Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Αγλαΐα Παπά


Αυτοπροσωπογραφία της Αγλαΐας Παπά
Η ζωγράφος Αγλαΐα Παπά γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1903.
Τα πρώτα της μαθήματα τα πήρε στη γενέτειρά της από τον Μάρκο Ζαβιτσιάνο
 και τον Κωνσταντίνο Παρθένη, του οποίου υπήρξε μαθήτρια κι έπειτα,
στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, καθώς και στο εργαστήρι του,
 μέχρι το 1931, που έλαβε το δίπλωμά της.
Αργότερα, στην Ιταλία, μαθήτεψε στο ατελιέ του Άρτζιο Ορέλ
 και το 1937 φοίτησε στην Ακαδημία Μπρέρα του Μιλάνου
 με τον Μπενβενούτο Ντισέρτορι.
Συχνά ταξίδευε στο εξωτερικό για καλλιτεχνική ενημέρωση και για μελέτη
 στις πινακοθήκες, κυρίως, του Μονάχου, της Ρώμης, της Βιέννης
 και του Παρισιού.
Με την τεχνική της μονοτυπίας η Παπά ασχολήθηκε ιδιαίτερα με λαμπρά αποτελέσματα.
 Εξάλλου, η πλάγια εκείνη ανάλαφρη λυρική πινελιά της, εμφανέστερη στις έξοχες
 προσωπογραφίες της, διαμόρφωσε την αισθητική της εκφραστική.
Για μεγάλα χρονικά διαστήματα δίδαξε ζωγραφική στην επαγγελματική Σχολή
του Αμαλιείου Ορφανοτροφείου, που είχε ιδρύσει ο Κωνσταντίνος Παρθένης.
Πρωτοπαρουσίασε έργα της το 1935. Κατόπιν εξέθεσε το 1950, το 1955,
 το 1966 το 1972 και το 1980, στην αναδρομική της, που οργάνωσε
η Εθνική Πινακοθήκη. Από το 1938 συμμετέχει σε όλες τις Πανελλήνιες.
Σε ομαδικές εκθέσεις του εξωτερικού πήρε πολλές φορές μέρος, όπως στη
 Μπιενάλε της Βενετίας το 1934 και το 1936, στην Διεθνή του Παρισιού το 1937,
που της απονεμήθηκε το αργυρό μετάλλιο, στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας
 το 1957 κι ακόμα, στην Πράγα, τη Στοκχόλμη, τη Μόσχα, τη Νέα Υόρκη,
την Τεργέστη, το Λονδίνο, το Ζάγκρεμπ, το Κάϊρο, το Σαντιάγκο κ.α.
Η Αγλαΐα Παπά πέθανε σε μια κλινική του Πειραιά στις 12 Ιουνίου το 1984.

EM. ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Βιογραφικά στοιχεία

Ο θρυλικός βυζαντινός ζωγράφος Πανσέληνος είναι ο κύριος εκπρόσωπος
της λεγόμενης Μακεδονικής Σχολής . Φέρεται ότι γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη
 πιθανόν τον 14ο ή 16ο αι. Ωστόσο από κάποιους, αμφισβητείται ακόμα και η ύπαρξη του,
 καθώς υποθέτουν, ότι οι συγκεκριμένες τοιχογραφίες είναι έργα κάποιου
 εργαστηρίου ζωγραφικής. Το βέβαιο είναι, ότι διεσώθη μέχρι τις μέρες μας μια σειρά έργων,
των οποίων ο δημιουργός είναι μια καλλιτεχνική μορφή μεγάλης δύναμης.
 Η πιο ενδιαφέρουσα ίσως, μετά από τους τεχνίτες των περίφημων ψηφιδωτών της
 προ της άλωσης βυζαντινής τέχνης. Όμως οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου είναι έργα του Πανσέληνου, όχι μόνο επειδή σε αυτόν τις αποδίδουν οι παραδόσεις του Αγίου Όρους
 ως αυθεντικά του έργα. Αυτό αληθεύει κυρίως, γιατί η ομοιογένεια στο ύφος
 και η συνοχή που χαρακτηρίζουν τις συνθέσεις αυτές, δε θα μπορούσαν παρά να είναι
 η έκφραση του ίδιου δημιουργικού πνεύματος. Ενός μόνο καλλιτέχνη
 και των βοηθών του (Σχολή Πανσέληνου).

Ο Ιερομόναχος και αγιογράφος Διονύσιος εκ Φουρνά των Αγράφων
της Ευρυτανίας ( 1670-1744) στην ''Ερμηνεία της Βυζαντινής Ζωγραφικής Τέχνης''
 αναφέρεται στον Πανσέληνο με άκρατο ενθουσιασμό χαρακτηρίζοντας τον μάλιστα σαν τον μεγαλύτερο των ζωγράφων, αρχαίων και νεώτερων και παρομοιάζοντας τον με την ''πασιφαή Σελήνην''. Ο συγγραφέας της Ερμηνείας σε διάφορα μέρη του Βιβλίου παραπέμπει
 τον αναγνώστη να μελετά τα έργα του μεγάλου διδασκάλου του Όρους Μ. Πανσέληνου.
Επειδή όμως στην Ερμηνεία του ο Διονύσιος αναφέρει τον Πανσέληνο ως αντίπαλο
 του Θεοφάνου του Κρητός, ο οποίος ήκμασε τον 16ο αι., ( 1490-1550 περ.), εξαιτίας αυτού,
πολλοί συμπέραναν εσφαλμένα, ότι και οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου είναι έργα του 16ου αι.
 Η συγχρονικότητα όμως των δυο ζωγράφων είναι απίθανη. Η αναφορά του Διονυσίου
 είναι μάλλον εμφατική και θέλει να εκφράσει τον διαχρονικό ανταγωνισμό,
σε επίπεδο καλλιτεχνικής αξίας, ανάμεσα σε δυο μεγάλους καλλιτέχνες που θαύμαζε
και οι οποίοι έζησαν πριν από αυτόν. Σε αυτήν μάλιστα την αναφορά αφήνει να διαφανεί η υποκειμενική του προτίμηση προς την τέχνη του Πανσέληνου.

Παρ’ όλες τις εικασίες, μια προσεκτική παρατήρηση του ύφους των τοιχογραφιών και των χαρακτηριστικών της τέχνης τους είναι δυνατό να τις ανάγουν σε έργα του 14ου αι.
 Οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου είναι αποδεδειγμένα οι αρχαιότερες και καλλιτεχνικότερες
του Αγίου Όρους και είναι βέβαιο, ότι ανάγονται στην Α΄ περίοδο της Βυζαντινής Τέχνης ,
 που διήρκεσε από τον 7ο αι. μέχρι την άλωση. Σύμφωνα με τον Γεώργιο Σωτηρίου ''
 Οι τοιχογραφίες αυτές ζωογονημένες από το ατομικό του καλλιτέχνη αίσθημα, έχουν
 μεγάλη δεξιότητα εις την εκτέλεσιν, συνδυάζουν έντονη φυσικότητα ( την οποία δεν είχε
 μέχρι της εποχής εκείνης η Βυζαντινή τέχνη) μετά ευρείας διακοσμητικότητας, αποτελούν
 δε τα μνημεία αυτά άριστα δείγματα της σχολής εκείνης της βυζαντινής τέχνης του 14ου αι.,
 η οποία εζωογονήθη από την πλέον ισχυρά - την όλως ανεξάρτητον της ιταλικής - πνοήν της ελληνικής αναγέννησης.(4) '' Επίσης ο David Talbot Rice στο βιβλίο του '' Η Βυζαντινή Τέχνη'' αναφερόμενος στον ''Ιερό Νιπτήρα'' του Πρωτάτου τον χρονολογεί στα 1300. Το ίδιο και
 ο Ι.Μ.Χατζηφώτης στο βιβλίο του '' Οι Θησαυροί του Αγίου Όρους''. Η χρονολόγηση,
 λοιπόν, των τοιχογραφιών στον 14ο αι. και μάλιστα ανάμεσα στα χρόνια 1290-1320,
 τοποθετεί χρονικά τον Πανσέληνο, πριν την άλωση, στα τέλη του 13ου - 14ο αι.,
άποψη που δέχονται πλέον οι περισσότεροι ερευνητές.

Αναφορά στο έργο του Πανσέληνου

Ο Φώτης Κόντογλου αναφέρει σχετικά με το έργο του: ''Η τραγική τέχνη του Πανσέληνου
 έχει αναλογία με τις τεταραγμένες παραστάσεις του Μιχαήλ Αγγέλου. Δεινός εκτελεστής
της εφ΄ υγρού ζωγραφικής συγκεντρώνει εις ύψιστον βαθμόν τα χαρίσματα του τοιχογράφου,
δηλαδή την μνημειώδη ευρύτητα των σχημάτων, την αίσθησιν των επιφανειών, την περί την κατάτμησην του χώρου σοφία, τα αδρά περιγράμματα και την πλήρη υποταγή των
 λεπτομερειών εις τας μεγάλας γραμμάς του έργου.Το χρώμα του είναι τεφρώδες
 και εις άκρον λιτόν, μετ΄ ελαφρών υποπράσινων φωτοσκιάσεων, σε αντίθεση προς τους
ζωγράφους της Κρητικής σχολής που αγαπούν τις βίαιους και μεταλλικούς σκιοφωτισμούς.
Ο Πανσέληνος αναδεικνύεται ακαταγώνιστος και εις τας συνθέσεις και εις την αναπαράστασιν μεμονωμένων μορφών. Παρ΄ όλη την πειθαρχία του έργου του εις τον ρυθμό της παράδοσης
 μια βαθειά πνοή ωμού πραγματισμού σφραγίζει τις τοιχογραφίες του…
Ουδείς βυζαντινός ζωγράφος υπήρξε τόσο υποκειμενικός, τόσο δημιουργικός,
όσο ο Πανσέληνος. Ουδενός δε το έργο φανερώνει τόσο συνειδητές επιδιώξεις που έχουν
αναλογία προς τας σημερινάς κατευθύνσεις της τέχνης.''

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Φωκίων Δημητριάδης
1894 – 1977

Σπουδαίος σκιτσογράφος και γελοιογράφος, που διακρίθηκε κυρίως στην πολιτική γελοιογραφία. Γεννήθηκε το 1894 στην Κωνσταντινούπολη και σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Από νεαρής ηλικίας δημοσίευσε σκίτσα του στα έντυπα της Σχολής Γλωσσών και Εμπορίου της Κωνσταντινούπολης, στην οποία επίσης φοίτησε.
Το 1915 ήλθε στην Ελλάδα και δούλεψε επί πενταετία στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη Θεσσαλονίκη. Από το 1922 αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη γελοιογραφία, δουλεύοντας στην εφημερίδες του Δημήτριου Λαμπράκη «Ελεύθερο Βήμα» (μετέπειτα «Το Βήμα») και «Αθηναϊκά Νέα» (μετέπειτα «Τα Νέα»). Μεγάλη του αγάπη υπήρξε και η ΑΕΚ, της οποίας αποτέλεσε ιδρυτικό μέλος.
Από το 1945 έως το 1960 ήταν η περίοδος της μεγάλης του ακμής, όταν τα σκίτσα του ασκούσαν μεγάλη επιρροή και λαμβάνονταν σοβαρά υπόψη από τους πολιτικούς. Στο διάστημα αυτό, αλλά και αργότερα, εξέδωσε πολλές γελοιογραφικές σειρές, ανάμεσά τους και τη διασκευή της ομηρικής «Οδύσσειας». Το 1961 τιμήθηκε με το Α' Βραβείο του Παγκόσμιου Διαγωνισμού Πολιτικής Γελοιογραφίας στο Λος Άντζελες και το 1969 με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών.

Ο Φωκίων Δημητριάδης, Φώκος για τους φίλους του, συνέχισε τη χιουμοριστική παράδοση του Θέμου Άννινου. Το σκίτσο του διακρίνεται για την εικονογραφική του πληρότητα, τη σημασία στη λεπτομέρεια και τον υψηλό τόνο της σάτιρας. Οι φιγούρες του δεν είναι στατικές, αλλά έχουν παλμό, ζωντάνια και κίνηση, απεικονίζοντας ταυτόχρονα ψυχικές καταστάσεις.
Μοναδική ήταν η ικανότητά του να φιλοτεχνεί γελοιογραφίες πολιτικών ανδρών, υπογραμμίζοντας ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους, το οποίο τους ακολουθούσε ως σημείο αναφοράς. Κάποτε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ως Υπουργός Προεδρίας τη δεκαετία του '50, κατέβασε από το Ηρώδειο μια παράσταση των «Ορνίθων» του Αριστοφάνη, επειδή λόγω της αθυροστομίας της ενόχλησε τους θρησκόληπτους και τον κλήρο.
Μετά απ' αυτό το περιστατικό, ο Δημητριάδης στις γελοιογραφίες του ζωγράφιζε διαρκώς δίπλα στον Τσάτσο και μια κότα. Κάποια στιγμή, οι δύο άνδρες βρέθηκαν σε μία εκδήλωση, οπότε ο αείμνηστος Ακαδημαϊκός και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ρώτησε τον δημοσιογράφο: «Καλά κ. Δημητριάδη, γιατί με ζωγραφίζετε πάντα με μια κότα;» και ο Δημητριάδης του απάντησε: «Ένα μυστήριο πράγμα υπουργέ μου, το ίδιο ακριβώς με ρωτά και η κότα».
Υψηλό αίσθημα χιούμορ, από ένα μεγάλο τεχνίτη του σκίτσου, που έφυγε από τη ζωή στις 19 Ιουνίου 1977.
Συλλογές γελοιογραφιών του
  • «Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας με την πένα του γελοιογράφου» (Έκδοση Ιδρύματος Τοσίτσα - Αβέρωφ)
  • «Με το μάτι του γελοιογράφου 1950 - 1959» (Εκδόσεις «Modern Times»)
  • «Σκιά πάνω από την Αθήνα» (Εκδόσεις «Modern Times»)
  • «Το παρδαλό και η εποχή του» (Εκδόσεις «Modern Times»)

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

Επισκεψιμότητα






.Φώτης Κόντογλου (1895-1965)

<<Καλό είναι να υπάρχεις, αλλά να ζεις είναι άλλο πράγμα>>

1.Η πολυσήμαντη προσφορά του Φώτη Κόντογλου στη Νεοελληνική Ζωγραφική θα μπορούσε να συνοψιστή σε τρεις εκφάνσεις. Στο δημιουργικό ζωγραφικό του έργο, που βασιζότανε στη βυζαντινή τεχνική· στο αγιογραφικό του έργο, που ξαναέφερνε την ορθόδοξη ζωγραφική στις εκκλησίες μας· στο διδακτικό, τέλος, έργο του είτε άμεσο, είτε κυρίως έμμεσο, που υπήρξε από τους ισχυρότερους μοχλούς της στροφής της πορείας της Νεοελληνικής Ζωγραφικής στην ανακάλυψη των ζωγραφικών, αλλά και ουσιαστικώτερων πνευματικών αξιών της ελληνικής παράδοσης. Όταν ο Φώτης Κόντογλου έκαμε με το συγγραφικό κυρίως και το ζωγραφικό έργο του τη θυελλώδη είσοδό του στην καλλιτεχνική ζωή της Ελλάδος, η κατάσταση της Νεοελληνικής Ζωγραφικής είχεν αλλάξει. Η Σχολή του Μονάχου υποχωρούσε χωρίς να έχη τελείως εκλείψει. Οι μοντέρνες ζωγραφικές αντιλήψεις έκαμαν την εμφάνισή τους με τον Παρθένη, το Μαλέα κ.ά., που άνοιγαν καινούργιους δρόμους, οδηγημένοι από την επαναστατική λάμψη του Παρισιού, όπου τώρα έστρεφαν τα βλέμματά τους για να σπουδάσουν οι νεώτεροι καλλιτέχνες. Έτσι ουσιαστικά το κίνητρο της αλλαγής πορείας της Νεοελληνικής Ζωγραφικής ήταν πάλι εξωτερικό και όχι εσωτερικό. Μόνο που τώρα η εξωτερική αυτή πηγή της τέχνης μας δεν ήταν η συντηρητική, ξεπερασμένη Σχολή, της ασήμαντης καλλιτεχνικά την εποχή αυτή, Βαυαρίας, αλλά η μήτρα της επαναστατικής μοντέρνας τέχνης. Η στροφή από το Μόναχο στο Παρίσι, παρά τα πολλά πλεονεκτήματα, όχι μόνο του συγχρονισμού, αλλά κυρίως το ότι έδινε στους νέους καλλιτέχνες δυνατότητα μελέτης των αληθινών προβλημάτων της ζωγραφικής και τους λευτέρωνε από τον απονευρωμένο ακαδημαϊσμό και την ξώπετση ανεκδοτολογική θεματολογία, είχε και τα μειονεκτήματα που παρουσίαζε και η πρώτη φάση της Νεοελληνικής Ζωγραφικής: τη μίμηση, την απρόσωπη ένταξη, που μέσα της ελλοχεύει ο κίνδυνος της απώλειας της προσωπικότητας. Ο Φώτης Κόντογλου με το έργο του αγνόησε και τις δύο αυτές ξενοκίνητες τάσεις και στράφηκε προς την ξεχασμένη, για περισσότερο από ένα αιώνα, ζωγραφική παράδοση του τόπου. Αν και είχε ξεκινήσει, κατά τη μαρτυρία του Στρατή Δούκα (Αιολικά Γράμματα, τεύχος 61, 1971, σελ. 491), από τα εργαστήρια των δασκάλων της σχολής του Μονάχου (Ιακωβίδη, Γερανιώτη, Βικάτου, Ροϊλού) και έπειτα από την απότομη διακοπή των σπουδών του έφυγε για το Παρίσι, όπου έμεινε για αρκετά χρόνια, αγνόησε και τις δύο δεσπόζουσες αυτές τάσεις, για να βαδίση τον δικό του δρόμο. Στον δρόμο αυτόν οδηγείται αρχικά ίσως από ένα ευρωπαϊκό κίνημα επιστροφής στις αξίες του εθνικού παρελθόντος, με το οποίον όμως συνταιριάζεται απόλυτα και αβίαστα η ατόφια ρωμέϊκη ιδιοσυγκρασία του καθώς και η ανατολική καταγωγή του, όπου ελληνική Παράδοση και ορθόδοξη πίστη είχαν ζυμωθή σε μια αδιάσπαστη ένωση, χρωματισμένη από την έντονη αντίθεση προς τη Δύση, την αλλόδοξη Δύση, την εχθρική με φιλική επικάλυψη Δύση. Η τραγωδία της Ελληνικής Μικρασίας λειτουργεί συγκλονιστικά εντός του, διαφορίζοντάς τον ριζικά αφ’ενός από τη Δύση, αφ’ετέρου δίνοντάς του το αίσθημα της ευθύνης για τη συνέχιση, έστω σε άλλον χώρο μιας μακραίωνης παράδοσης, που ενώ άντεξε την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και επιβίωσε για τέσσερες αιώνες, κινδύνευε τώρα οριστικά να χαθή, καθώς ξεριζωνότανε από τον τόπο της, ενώ παράλληλα στον λεύτερο ελλαδικό χώρο είχε εξοβελιστή από τη λαχανιαστή εισβολή της Δυτικής αντίληψης για την τέχνη, τη ζωή κι ακόμα και γι’αυτήν την θρησκεία. Μετά την καταστροφή πηγαίνει στο Άγιον Όρος (προσκυνητής; μελετητής; αναχωρητής;) Είχε προηγηθή ο Στρατής Δούκας στο προσκύνημα αυτό και γυρίζοντας είχε φέρει μαζί του το μύθο του, «που έμελλε να επηρεάσει τον Φ. Κόντογλου, τον Παπαλουκά, τον Βέλμο και πολλούς άλλους» όπως σημειώνει ο ίδιος ο αγαπημένος του Κόντογλου συγγραφέας. Πάντως το ταξίδι αυτό του άνοιξε και του ξεκαθάρισε το δρόμο προς τη Βυζαντινή Ζωγραφική. Πρέπει όμως, η γη που έπεφτε ο σπόρος, νάταν αγαθή και ετοιμασμένη. Γιατί και από ιδιοσυγκρασία και από ένα είδος ρωμαντικού εξωτισμού, αλλά και από ένα ισχυρό ζωγραφικό ένστικτο οδηγημένος είχεν ήδη αρχίσει να αναζητά την ζωγραφική του έκφραση στη παραδοσιακή τέχνη του Βυζαντίου. Στο ταξίδι του όμως αυτό έρχεται σε αμεσώτερη και ουσιαστικώτερη επαφή με την εκκλησιαστική μας Ζωγραφική και κυρίως με τη μεταβυζαντινή τέχνη της Κρητικής Σχολής. Στο Άγιον Όρος μελετάει και αντιγράφει φορητές εικόνες και τοιχογραφίες κυρίως του 16ου αι., του Θεοφάνη και του Φράγκου Κατελάνου. Τα αντίγραφά του αυτά εκθέτει στη Μυτιλήνη μαζί με το Μαλέα. Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε από πού διδάχθηκε τη «βυζαντινή» τέχνη ο Κόντογλου, γιατί αυτό ερμηνεύει νομίζω και την κατοπινή πορεία της αγιογραφικής τέχνης του και γενικώτερα τη στάση απέναντι στη Βυζαντινή Ζωγραφική. Σπούδασε ουσιαστικά, λοιπόν, στην Κρητική Σχολή και κατά κάποιον τρόπο αυτήν θεώρησε ως την αρτιώτερη ή τουλάχιστον χρονολογικά προσιτότερη παράδοση ν’ακολουθήση. Άλλωστε στην εποχή εκείνη τα μεγάλα έργα της Μακεδονικής Σχολής, όπως οι τοιχογραφίες του Πανσέληνου στο Πρωτάτο, ήταν σε κακή κατάσταση και τα άλλα άγνωστα. Κι είναι χαρακτηριστικό, ότι όταν αργότερα δούλεψε σαν συντηρητής σε τοιχογραφίες της κυρίας βυζαντινής εποχής, πάλι έτυχε να εργαστή στην Περίβλεπτο του Μυστρά, το προδρομικό αυτό έργο της Κρητικής Σχολής. Ο μεγάλος του πάντως δάσκαλος ήταν ο Θεοφάνης της Λαύρας κι από κοντά ο Κατελάνος κι οι άλλοι Κρητικοί κι ακόμη αργότερα, από θεωρητικές θέσεις κινούμενος, θα θεωρήση σαν τα «πιο γνήσια έργα της Χριστιανικής Αγιογραφίας» τις αγιογραφίες των τελευταίων αιώνων της Τουρκοκρατίας, όταν οι τεχνίτες δούλευαν «με την πίστη μονάχα, δίχως να ανακατευθή καθόλου το μυαλό». Μ’αυτόν τον θεωρητικό οπλισμό κι όταν θα γνωρίση την Μακεδονική Ζωγραφική, θα μείνει κλειστός και επιφυλακτικός αν όχι προκατειλημένος. Στα χρόνια που ακολουθούν πλουταίνει τη γνώση του καθώς εργάζεται σαν συντηρητής σε διάφορες βυζαντινές εκκλησίες και Μουσεία (Βυζαντινό Μουσείο 1931-32, Μουσείο Καΐρου 1935, Μουσείο Κερκύρας). Γνώστης πια της παραδοσιακής μας Ζωγραφικής, όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου (1939 και μετά) δίνει το σημαντικότερο έργο του σε κοσμική ζωγραφική: τις τοιχογραφίες στο Δημαρχιακό Μέγαρο των Αθηνών. (Δυστυχώς είναι και το μόνο μεγάλο έργο του που έχει μέχρι σήμερα σωθή. Γιατί οι τοιχογραφίες που είχε ζωγραφίσει στο σπίτι του απεικονίζοντας την οικογένειά του καταστράφησαν, σώζονται όμως μερικοί πίνακες με αρχαία θέματα όπως ο Λαοκόων της Δημοτικής Πινακοθήκης Αθηνών, ο Βρούτος κ.ά.). Στο Δημαρχείο ζωγράφισε τέσσερις συνθέσεις στις δύο αίθουσες του ισογείου, ζωφόρους, μέσα στην λευκή ορθομαρμάρωση, με θέματα κυρίως από την ιστορία της Αθήνας και ιστόρησε τους τέσσερις τοίχους του Γραφείου του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου. Τους τοίχους αυτούς χώρισε σε ζώνες, που στην ανώτερη ζωγράφισε ολόσωμους, μετωπικούς τους κυριώτερους ήρωες του Ελληνισμού από τους μυθικούς χρόνους μέχρι την Επανάσταση του 1821. Ανάμεσα σ’αυτές περιλαμβάνονται και μορφές αρχαίων ηρώων και ημιθέων αλλά και αγίων σαν τον Ιωάννη, το Χρυσόστομο ή ποιητών σαν το Σολωμό. Στη χαμηλότερη ζώνη έχουν ιστορηθή σκηνές, μάχες κ.λπ. από διάφορες περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας. Στις τοιχογραφίες αυτές είχε πολλά προβλήματα να αντιμετωπίση. Προηγούμενοί του ζωγράφοι μυθολογικών σκηνών και ιστορικών γεγονότων της κλασικής εποχής είχαν δημιουργήσει για τα θέματα, με τα οποία θα δούλευε, μια εικονογραφία καθώς και μια ζωγραφική τεχνοτροπία βασισμένη κυρίως στο ρεαλισμό και κλασικισμό, που κατά τη γνώμη τους βρισκόντανε πλησιέστερα στο κλίμα και τη μορφή των εικονιζομένων γεγονότων. Ο Κόντογλου αγνόησε και την εικονογραφία, αλλά κυρίως εκείνο που τόλμησε ήταν ν’αγνοήση την «κλασική» τεχνοτροπία. Διάλεξε τη γλώσσα της Βυζαντινής Ζωγραφικής, που την πλούτισε σε ωρισμένες περιπτώσεις με τη γνώση της ανατομίας, και την πλαστική απόδοση των μορφών. Η τεχνοτροπία του βασιζότανε στην Βυζαντινή Παράδοση, όπως μάλιστα την αισθανότανε ο ζωγράφος, με τις στενές κυρίως φόρμες, τη μικρή κλίμακα, το αυστηρό περίγραμμα, τα σεμνά και μουντά χρώματα, από τα οποία λείπει κάθε φωναχτός τόνος ή συμπληρωματική χρήση των χρωμάτων, με προτίμηση στα γεώδη, τα καστανά, τα σκοτωμένα μπλέ, σε μια θαυμαστή όμως ενότητα. Μοιάζει ουσιαστικά σαν να βλέπεις συνθέσεις που κυριαρχεί ένα χρώμα με τις παραλλαγές του. Την χρωματική ενότητα συμπληρώνει η μετρημένη και ισόρροπη σύνθεση. Στην εικονογραφία ξεκινά από την αρχή (κάποια εικονογραφικά στοιχεία βυζαντινών χειρογράφων, που ιστορούν κοσμικές σκηνές και περιορισμένης κλίμακος είναι και αμφίβολο φαίνεται να τα ήξερε ο Φ. Κόντογλου) και βάζει όλη την πλούσια αφηγηματική φαντασία του να συλλάβη και πραγματώση τόσο μεγάλο έργο. Μελέτη των τοιχογραφιών αυτών θα εύρισκε ίσως πηγές εικονογραφικές και τεχνοτροπικές ακόμη, γιατί πολλές φορές παρουσιάζεται από σύνθεση σε σύνθεση διαφοροποίηση στην τεχνοτροπία. Στην ζωφόρο π.χ. της Νοτίας αίθουσας του ισογείου, όπου εικονίζεται η πάλη του Ερεχθέα με τον Εύμολπο, καθώς και οι προσωποποιήσεις του Υμηττού και της Πεντέλης, ο ζωγράφος χρησιμοποιεί μεν την τεχνική της βυζαντινής Παράδοσης, για να αποδώση όμως τους μυθικούς ήρωες με ομορφοπλασμένα γυμνά κορμιά άψογης ανατομίας και ροδαλής επιδερμίδας που θυμίζουν Πομπηϊνά πρότυπα. Στην απέναντι, μέσα στην ίδια αίθουσα, σύνθεση με τις προσωποποιήσεις των πόλεων, κυριαρχεί η ηρεμία και η επιπεδική παράσταση των σεμνόχρωμων γυναικείων μορφών. Άλλο χαρακτήρα, κοντυνότερο στη δισδιάστατη Βυζαντινή Ζωγραφική, παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες με τις μεγάλες μάχες των Μακεδόνων βασιλέων στο Γραφείο του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου. Γιατί διάλεξε όμως την εκκλησιαστική τεχνοτροπία ο Κόντογλου για να ιστορήση κοσμικά, παγανιστικά θέματα; Μήπως τούτο ήταν ιεροσυλία; Μήπως είχε παρασυρθή από ένα βυζαντινίζον κλίμα της εποχής του, που ήθελε την Βυζαντινή Τέχνη, εκλεκτή των κύκλων των διανοουμένων; Μήπως από εκζήτηση και αναζήτηση πρωτοτυπίας; Νομίζω πως για κανένα απ’αυτούς τους λόγους. Ο Φ. Κόντογλου πίστευε στην παράδοση. Όχι θεωρητικά, διανοουμενίστικα. Αλλά στην παράδοση σαν συνέχεια ζωής. Και αυτήν τη συνέχεια ήθελε να διαιωνίσει με την τέχνη. Να ιστορήσει, τον απόμακρο κόσμο του ελληνικού μύθου και της Ιστορίας, με τον πλησιέστερο όμως ντόπιο εκφραστικό τρόπο· τη ζωγραφική γλώσσα του μεσαιωνικού Ελληνισμού. Έτσι ένωνε την αρχαία παράδοση με το Βυζάντιο, αυτός ο σημερινός Μικρασιάτης, πετυχαίνοντας τη συνέχεια που ζητούσε. Έφερνε τους απόμακρους ήρωες από τα σκονισμένα βιβλία των λογίων στον οικείο χώρο και τη μορφή των αγίων της Εκκλησίας, με τους οποίους ήταν μαθημένος να συζή ο απλός, ο ανόθευτος από τη δυτική επίπλαστη παιδεία, λαός. Και δεν ήταν ιεροσυλία αυτό που έκαμε. Γιατί οι παλαιότεροί του αγιογράφοι είχαν τολμήσει να ζωγραφίσουν, μέσα μάλιστα στους νάρθηκες των μοναστηριακών εκκλησιών, τους αρχαίους Έλληνες Φιλοσόφους, τον Μεγαλέξανδρο και τους άλλους ήρωες (Μονή Φιλανθρωπινών, Μ. Γόλας, εκκλησίες Καστοριάς κ.λπ. Οι τοιχογραφίες του Δημαρχείου ίσως είναι το πιο προσωπικό του και το πιο ολοκληρωμένο έργο της ζωγραφικής του και η σημαντικώτερη προσφορά στην Ιστορία της Νεοελληνικής Ζωγραφικής. Δεν έχει ακόμη ιδιαίτερα μελετηθή (εκτός από το μέγάλο άρθρο του Αγγ. Προκοπίου στην Αγγλοελληνική Επιθεώρηση του 1947), ώστε να προσδιοριστή ακριβέστερα ο ρόλος του στην πορεία της Νεοελληνικής Ζωγραφικής. Κι ακόμη αξίζει να παρουσιαστή ξανά στο ευρύτερο ελληνικό κοινό που κοντεύει να το ξεχάσει.

2.Η συμβολή όμως του Φώτη Κόντογλου στη Νεοελληνική Ζωγραφική δεν τελειώνει με το έργο του αυτό, που καλύπτει την δημιουργικότητά του στη δεκαετία πριν από τον πόλεμο. Το ζωγραφιικό κήρυγμα για την επιστροφή στη ζωγραφική παράδοση του τόπου και την απαλλαγή από την κηδεμονία και άμεση εξάρτηση της τέχνης από τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Δύσης, έδωσε αγλαότατους καρπούς. Αυτός ο Ανατολίτης που έζησε στο Παρίσι για αρκετό καιρό, που γνώρισε προσωπικά μάλιστα τον Ροντέν, όπως αναφέρει σε κάποιο γραφτό του, ούτε ξιπάστηκε από τη λαμπερή επιφάνεια της μοντέρνας παριζιάνικης ζωής, ούτε θαμπώθηκε από την εκεί επανάσταση της τέχνης. Ίσως μόνο μια έμμεση επίδραση να δέχθηκε, δηλαδή τη στροφή προς το μεσαιωνικό παρελθόν. Πιστότατος στη μορφοπλαστική παράδοση της τέχνης της Ελλάδος, ζήτησε να βρή την άμεση ανανέωση στην τέχνη του τόπου του κι όχι στον τόπο της φιλοξενίας του. Σιγά-σιγά άλλωστε αυτή η ανάγκη γινότανε συνείδηση ολοένα και σε περισσότερους ευαίσθητους δέκτες. Ζωγράφοι, αισθητικοί, και ιστορικοί της τέχνης άρχιζαν να στρέφονται προς τις πηγές και τις ρίζες της παράδοσης σαν άμεσης όμως συνέχειας. Το φαινόμενο φυσικά αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά γενικώτερο ευρωπαϊκό κίνημα, από το οποίο αρδεύεται και το ελληνικό. Ουσιαστικά πρόκειται για τη βαθύτερη έννοια του ρωμαντισμού. Οι προσπάθειες όμως στην αρχή είναι μεμονωμένες και συχνά καιρικές στη ζωή και στο έργο των ζωγράφων. Ο Φ.Κόντογλου αντίθετα γίνεται ο διαπρύσιος κήρυκας αυτής της επιστροφής με την απολυτότητα και το πάθος του οδηγητή και πρωτοπόρου. Έχει άλλωστε και το τάλαντο του γραφτού λόγου, που τον βοηθά σ’αυτήν την αποστολή. Στο κήρυγμα και στο εργαστήρι του φοιτούν άμεσα μερικοί νέοι τότε ζωγράφοι, σαν τον Γιάννη Τσαρούχη και το Νίκο εγγονόπουλο, που αργότερα θα ακολουθήσουν διάφορους δρόμους και από τον δάσκαλο και ανάμεσά τους, αλλά τα βασικά διδάγματά του θα επηρεάσουν σύμφωνα με την προσωπικότητα του καθενός το έργο τους. Εκτός όμως απ’ αυτούς άμεσα θα ακούσουν το μάθημά του μια ολόκληρη γενιά ζωγράφων, μια γενιά που προσδίδει στη Νεοελληνική Τέχνη την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της, η λεγομένη γενιά του ’30. Παρ’όλο το εύρος των ζωγραφικών επιτευγμάτων τους και την ιδιοτυπία των δημιουργών της, οφείλει πολλά το ξεκίνημά της στην παρουσία και το έργο του Φ. Κόντογλου. Βέβαια το κήρυγμα του Κόντογλου ήταν επιστροφή στη Βυζαντινή Ζωγραφική, όπως άλλωστε το εφάρμοσε ο ίδιος στις τοιχογραφίες του Δημαρχείου. Και στον τομέα αυτόν τον ακολούθησαν μερικοί ζωγράφοι της γενιας του ’30 σύμφωνα πάντα με την καλλιτεχνική προσωπικότητά του ο καθένας, για ορισμένη φάση του έργου τους τουλάχιστον, ενώ και στη μεταπολεμική γενιά υπάρχουν ζωγράφοι σαν το Π.Κοψίδη, το Μ.Βατζιά κ.ά. που εκφράζουν τους παλμούς της εποχής (π.χ. τα γεγονότα του Πολυτεχνείου από τον Βατζιά), με μακρινή βάση τη βυζαντινή τεχνική, έστω κι αν και το υλικό ακόμη έχει αλλάξει καθώς την αυγοτέμπερα ή το φρέσκο αντικατέστησαν τα πλαστικά χρώματα. Το μάθημα όμως του Κόντογλου το πλατύτερο, που καλούσε στη διερεύνηση των αυτόχθονων ζωγραφικών στοιχείων είτε στη Βυζαντινή τέχνη όπως πίστευε ο ίδιος, είτε στη λαϊκή, όπως πίστευαν άλλοι, είτε και στην αρχαία ζωγραφική, όπως εύρισκαν μερικοί, είχε μεγάλη απήχηση σε σημαντικό αριθμό ζωγράφων που πάσχιζαν να βρουν και να εκφράσουν στην τέχνη τους το αληθινό πρόσωπο του τόπου μας, όχι μόνο θεματογραφικά, αλλά κυρίως μορφολογικά, καθώς πιστεύανε ότι η συνένωση της μορφής και του περιεχομένου είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιομορφίας. Η αναζήτηση αυτή της «Ελληνικότητας», που έγινε το κύριο αίτημα της γενιάς του ’30, χρωστάει το βλάστημά της και στο σπόρο που αδιάκοπα και με αλύγιστο ζήλο έρριχνε ο Φ. Κόντογλου

3.Ο Κοντογλου όμως υπήρξε πρώτα απ’όλα αγιογράφος. Ζωγράφος της λειτουργικής τέχνης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ζωγράφος που είχε συνείδηση του θεολογικού χαρακτήρα της Ζωγραφικής μέσα στο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου. Και σ’αυτό το σημείο, νομίζω, θα πρέπει να προσδιοριστή κυρίως η προσφορά του Κόντογλου στην εκκλησιαστική τέχνη: στην επίγνωση της μεγάλης διακονίας της ζωγραφικής στη λατρευτική και λειτουργική σύναξη του λαού του Θεού, του Σώματος του Χριστού, την Εκκλησία. Ο Φ.Κόντογλου πίστευε πως η αγιογραφία δεν είναι πάρεργο ή έστω μια κάποια παρενθετική απασχόληση, αλλά υψηλή αποστολή, ιερουργία. Και πίστευε απόλυτα ότι η Βυζαντινή Ζωγραφική είναι η μοναδική έκφραση που αρμόζει στον υψηλό αυτόν στόχο. Αυτή ακριβώς η επίγνωση είναι που τον έκανε ικανό και άξιο να αλλάξη τον ξεστρατισμένο δρόμο της νεοελληνικής αγιογραφίας και να τον στρέψη προς τις ζωηφόρες πηγές της Παράδοσης. Χωρίς ίσως να είναι ο πρώτος ή ο μόνος που αγιογραφεί σε βυζαντινή τεχνοτροπία, είναι ο πρώτος που απόλυτα πιστεύει στην αξία της διά βίου, όχι κάποια στιγμή ή περίοδο επηρεασμένος από εξωτερικούς παράγοντες και μόδες. Και εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Για πολλά χρόνια αυτός ο κήρυκας της επιστροφής στη Βυζαντινή τέχνη δεν έχει εικονογραφήσει μια ολόκληρη εκκλησία στην Αθήνα, όπως άλλοι που ανήκουν στην κατηγορία των αγιοφράφων που προαναφέραμε. Παρ’όλα όμως αυτά είναι ο κύριος αφυπνιστής των ορθοδόξων συνειδήσεων για να απαλλαγή ο χώρος της Εκκλησίας από ανούσια ζωγραφικά και αθεολόγητα τοιχογραφήματα. Γνωρίζοντας την σημασία που δίνει η Ορθόδοξη Εκκλησία στη Ζωγραφική, μπορούμε να καταλάβουμε και τη σημασία που έχει η ορθή, η γνήσια Ορθόδοξη ζωγραφική μέσα στην Εκκλησία. Και τη συνείδηση αυτής της σημασίας αγωνίζεται ο Κόντογλου να ξυπνήση. Ο Φ. Κόντογλου ζωγράφησε και φορητές εικόνες και τοιχογραφίες. Παλαιότερες νομίζω ότι είναι οι φορητές εικόνες. Είναι όμως πολύ επικίνδυνο να εκφράση κανείς συμπεράσματα γι’αυτόν τον τομέα της τέχνης του· μιας και οι εικόνες του είναι διάσπαρτες σε διάφορα μέρη της Ελλάδος και έτσι δεν είναι εύκολο νάχη κανείς πλήρη εποπτεία και κατά συνέπεια σωστή κρίση. Οι εικόνες όμως που έχουμε συναντήσει, φαίνεται να ακολουθούν τα διδάγματα της Κρητικής Σχολής, σε γενικές γραμμές, με έντονο όμως το προσωπικό στοιχείο. Σχέδιο σίγουρο και καθαρό, φόρμες κατά κανόνα κλειστές. Σκούρος καστανόχρωμος προπλασμός για τα πρόσωπα και τα χέρια. Και στα ενδύματα προτιμά, τουλάχιστο στα παλαιότερα έργα του, τους ήσυχους τόνους, που δένουν με το πρόσωπο και τα γυμνά μέρη (π.χ. οι εικόνες του Τέμπλου του Αγ. Νικολάου Πατησίων του 1947, εικόνα Τριών Ιεραρχών στην Καπνικαρέα του 1934 κ.ά.) Και για τις τοιχογραφίες στις εκκλησίες δεν είναι πολύ εύκολη η αποτίμηση και η μελέτη για διαφορετικό όμως λόγο. Ο Φ. Κόντογλου δούλευε μαζί με τους μαθητές του και πολλές φορές είναι δύσκολη η διάκριση στο κυρίως προσωπικό του έργο και στην εργασία των μαθητών. Από τις παλαιότερες τοιχογραφίες είναι η εκκλησία ή ακριβέστερα μέρος των τοιχογραφιών της εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής στο Λιόπεσι, που ιστορήθηκε από το Φ. Κόντογλου και το μαθητή του Τερζή στα 1946. Οι στρατιωτικοί Άγιοι στα μέτωπα των ανατολικών πεσσών του τρούλλου (Άγ. Θεόδωρος, Γεώργιος, Δημήτριος, Μερκούρης κ.ά.) είναι από τα καλύτερα δείγματα της αγιογραφίας του Φ. Κόντογλου. Μορφές ρωμαλέες, πλασμένες με τη βυζαντινή τεχνική, αλλά και με έντονη την προσωπική τεχνική του Φ. Κόντογλου, ποτισμένη από τη λαϊκή παράδοση. Οι Άγιοι εικονίζονται αληθινά σαν παλληκάρια και πρωταθλητές της πίστεως. Στα έργα αυτά βρίσκουμε το πιο προσωπικό -μέσα πάντα στα εκκλησιολογικά πλαίσια της Ορθόδοξης Παράδοσης- αγιογραφικό έργο του Κόντογλου. Βάση του είναι η Κρητική Σχολή, αλλά το χρώμα του και το σχέδιο τρέφονται από χυμούς μιας ζωντανής και δημιουργικής, όχι αντιγραφικής μιμητικής ζωγραφικής. Όπως άλλωστε γινότανε σε κάθε δημιουργική εποχή της μακραίωνης βυζαντινής τέχνης, οι τεχνίτες, έμεναν πιστοί στην παραδοσιακή τεχνική και κυρίως στον εσώτατο πυρήνα της, που εξέφραζε την ανάλλαχτη αλήθεια της αποκαλυμένης πίστης. Επειδή όμως οι ίδιοι ήσαν εκφραστές και συνεχιστές αυτής της πίστης, μπορούσαν να εκφράζουν ταπεινά και ειλικρινά τον εαυτό τους και τον καιρό τους και γινότανε αυτή η σύζευξη του αιωνίου με το καιρικό χωρίς σύγχυση και χωρίς το ένα να κυριαρχή σε βάρος του άλλου. Αυτό προσπάθησε ο Κόντογλου στις τοιχογραφίες της εκκλησίας στο Λιόπεσι. Αργότερα όμως μοιάζει να περιώρισε αυτή την αρχική φιλοδοξία. Λεπτομερέστερη μελέτη θα μπορούσε να δείξη αν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, καθώς και τις αιτίες που την δημιούργησαν. Στις τοιχογραφίες της δεκαετίας του 1950 και μετά (Καπνικαρέα, Άγ. Γεώργιος Κυψέλης, Άγ. Νικόλαος Πατησίων), τα αξιολογώτερα τμήματα είναι εκείνα όπου ο ζωγράφος ακολουθεί τα κρητικά πρότυπα. Χαρακτηριστικό δείγμα, οι τοιχογραφημένες δεσποτικές εικόνες του κτιστού τέμπλου του Αγ. Χαραλάμπους Πολυγώνου, ζωγραφισμένες στα 1955. Δουλεμένες σε κρητική τεχνοτροπία με σοβαρούς γενικά χρωματικούς τόνους, μαύρο χρώμα για φόντο και καστανόχρωμο προπλασμό, πάνω στο οποίο αναπτύσσονται σε ανοιχτότερο τόνο τα φώτα ή γράφονται με λευκές πινελιές, δείχνουν με το σφιχτό σχέδιο, την κλειστή, στιβαρή φόρμα, την χρωματική ενότητα και το εσωτερικό ήθος, στον άξιο τεχνίτη στο κλίμα του. Σημειώσαμε πιο πάνω για τη συμβολή του Κόντογλου σαν δασκάλου. Περισσότερο ίσως με την έννοια του καθοδηγητή και εμπνευστή παρά του ακαδημαϊκού καθηγητή. Αν τούτος όμως ο τίτλος του αξίζει για την κοσμική νεοελληνική ζωγραφική, για την αγιογραφία ο ρόλος του υπήρξε απτός, άμεσος και ιδιαίτερα παραγωγικός. Βέβαια πριν απ’αυτόν ή παράλληλα εργάζονται αγιογράφοι όπως ο Δ. Πελεκάσης, ο Αγ. Αστεριάδης, ο Σπ. Βασιλείου στη βυζαντινή τεχνοτροπία. Όμως δάσκαλος φλογερός που γύρω του μαζεύονται όσοι θέλουν να σπουδάσουν την ιερή τέχνη, είναι μόνον ο Φ. Κόντογλου. Σε μια εποχή μάλιστα που η βυζαντινή αγιογραφία δεν διδάσκεται επίσημα καθόλου στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, (μέχρι σήμερα άλλωστε δεν υπάρχει ειδική έδρα, αλλά η αγιογραφία και το φρέσκο διδάσκονται από επιμελητή), οι ζηλωτές νέοι τεχνήτες φοιτούν στο εργαστήρι και στη σκαλωσιά του Κόντογλου. Οι μαθητές του Ράλλης Κοψίδης, Πέτρος Βαμπούλης, Γεωργακόπουλος, Παπανικολάου, Τερζής Ιωάννης, ακολουθούν διάφορο δρόμο ο καθένας. Άλλοι στρέφονται προς τη λαϊκή έκφραση, με την οποία ενώνουν τη Βυζαντινή Παράδοση, άλλος προς τη Μακεδονική Σχολή, ανάλογα ο καθένας με την προσωπικότητά του. Έτσι, ενώ δεν δημιούργησε με την στενή έννοια σχολή, έφτιαξε αυτή την ομάδα που ιστορεί όλους τους τοίχους των εκκλησιών με τη Βυζαντινή τεχνοτροπία. Στο διδακτικό έργο του θα πρέπη να περιληφθή και η συγγραφή του βιβλίου του «Έκφρασις» ήτοι «Ιστότησις της παντίμου ορθοδόξου αγιογραφίας, της και λειτουργικής καλουμένης, περιέχουσα την τεχνολογίαν και εικονογραφίαν της ειρηνοχύτου ταύτης τέχνης, ήτοι την ερμηνείαν των τεχνικών τρόπων και τους ιερούς τύπους των εικόνων, καθώς και εξήγηση περί της λεπτότητος και του πνευματικού κάλλους και της τιμής αυτής». Βασισμένος στην προγενέστερη συγγραφική παράδοση της «Ερμηνείας της ζωγραφικής», του Διονυσίου του εκ Φουρνά, καθώς και στη δική του γνώση, καταγράφει την πείρα του ολάκερη, ώστε να είναι χρήσιμη γι’αυτούς, που θα θελήσουν να συνεχίσουν την «Ειρηνόχυτον» λειτουργική τέχνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η συνέχιση άλλωστε της Παράδοσης ήταν και το μεγάλο μεράκι του χαρισματούχου αυτού ανθρώπου. Σ’αυτήν πρόσφερε όλη τη δύναμη και όλα τα τάλαντα, που πλούσια βέβαια του είχε εμπιστευθή ο Κύριος και στη δόξα του Οποίου τελικά τα αφιέρωσε.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

ΘΕΟΦΙΛΟΣ (ΧΑΤΖΗΜΙΧΗΛ)

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ


«Πρωτοπόρος» του λαϊκού θεάτρου
Ο Θεόφιλος (Χατζημιχαήλ) είναι ο πιο γνωστός έλληνας λαϊκός ζωγράφος. Γεννήθηκε μεταξύ 1868 και 1871 στη Βαρειά Μυτιλήνης. Ήταν το μεγαλύτερο από τα οκτώ παιδιά του Γαβριήλ και της Πηνελόπης Χατζημιχαήλ. Ο πατέρας του ήταν τσαγκάρης και η μητέρα του κόρη αγιογράφου.
Ο αρχαγγελικός οιστρήλατος Λέσβιος λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, που τόνε λέγανε «Τσολιά», γιατί φορούσε μόνιμα την επαναστατική παλικαρίσια φουστανέλα, εξόν από τη ζωγραφική του, που μοσχοβολά χρώματα, ήχους, ρυθμούς, τραγούδια, σκοπούς, χορούς, μουσική, ποίηση, ήτανε βαθιά εμπνευσμένος από το καθαυτό ελληνικό λαϊκό θέατρο. Η ζωγραφική και το λαϊκό θέατρο, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, ήταν η ανασαμιά του, ρυθμός στην καρδιά του. Μ' αυτά γεννήθηκε και ζούσε. Ητανε το πετσί του, η χαρά, λαχτάρα και αγαλλίασή του. Από φυσική εσωτερική ορμή είχε τον οίστρο να ζωγραφίζει και να λειτουργεί λαϊκό θέατρο, χωρίς να έχει «μόρφωση». Ηταν από τους πρώτους, αν όχι ο πρώτος, στα νεοελληνικά χρόνια, που ιερουργούσε, μυσταγωγούσε ελληνικό λαϊκό θέατρο στο Βόλο και στα περίχωρά του, όπου, από το 1909 ως το 1925, έκανε αποκριάτικες θεατρικές παραστάσεις, καθώς και στο νησί του τη Λέσβο, από το 1926 ως το Ι934 οπότε πέθανε. Ο Θεόφιλος πέθανε τον Μάρτιο του 1934, παραμονές του Ευαγγελισμού, πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση. Ένα χρόνο αργότερα, έργα του εκτέθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου ως δείγματα της δουλειάς ενός γνησίου λαϊκού (ναΐφ) ζωγράφου της Ελλάδας.

Ο δικός του «Διθύραμβος»
Τις αποκριάτικες κι άλλες μέρες με παιδιά έφτιαχνε «θίασο», το μπουλούκι, το χορό, κατά την αρχαία τραγωδία. Ντυνότανε και ζωγραφιζόταν ο ίδιος ως Μεγαλέξαντρος, με θώρακα, περικεφαλαία, ασπίδα, κοντάρι, περικνημίδες, όπως ο Καραγκιόζης, στο έργο «Ο Μεγαλέξαντρος και το καταραμένο φίδι». Ισως, είχε δει ο Θεόφιλος το έργο αυτό στο θέατρο σκιών. Ζωγράφιζε το «θίασο», τα αντικείμενα, το χορό, τους ακολούθους, τους «ηθοποιούς», τα πρόσωπά, τα ρούχα τους, με μπογιές, σα να ήτανε Μακεδόνες πολεμιστές, κι έδινε παραστάσεις στους δρόμους και στις πλατείες, όπου παρουσίαζε ψευτομάχες, «γκιόστρες», κονταροχτυπήματα, παρελάσεις. Χειροπιαστή μαρτυρία γι' αυτές τις λαϊκές θεατρικές παραστάσεις είναι φωτογραφίες, που φτάσαν ως εμάς, όπου φαίνεται ο Θεόφιλος ως Μεγαλέξαντρος, με το μπουλούκι του - Μακεδόνες πολεμιστές. Μετά την παράσταση έπαιρνε το θίασο, φωτογραφιζότανε και τις φωτογραφίες τις πουλούσε σαν «καρτ-ποστάλ». Και τούτο, γιατί «πενία τέχνας κατεργάζεται». Σ' όλη του τη ζωή, σαν τον Καραγκιόζη, πεινασμένος ήταν ο Θεόφιλος. Στο τέλος, όσοι τον εκμεταλλεύονταν, και δυστυχώς τον εκμεταλλεύονται ακόμα και σήμερα, του πέταξαν ένα πιάτο χαλασμένα ψάρια. Δηλητηριάστηκε, κι από τους πόνους της καρδιάς του, πέθανε. Ετσι αναφέρει κι η σχετική, ιατρική γνωμάτευση ότι πήγε από «καρδιακό νόσημα».
Δεν ξέρουμε αν είχε λόγια, διάλογο ή στιχάκια από τη «Φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου» το λαϊκό δρώμενο που παρουσίαζε ο Θεόφιλος. Αν, όμως είχε, τότε ο εμπνευσμένος από ένστικτο, από φυσικό οίστρο, παρουσίαζε «Διθύραμβο», δηλαδή αυτοσχεδιάσματα, όπως στην αρχαιότητα, όπως περιγράφει ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του. Ο διθύραμβος (η λέξη δεν είναι ελληνική) ήταν αρχικά άσμα - τραγούδι βακχικό που συνοδευόταν από αυλό, είχε σχέση με τη λατρεία στο Διόνυσο και μεταφέρθηκε από τη Φρυγία. Ετσι αναφέρεται από τον 7ο αιώνα από τον Αμφίλοχο και βρίσκεται στις Κυκλάδες και στις Θήβες. Στη λογοτεχνία έφερε το διθύραμβο πρώτος ο Μηθυμναίος, από τη Λέσβο, ο Αρίωνας στην Κόρινθο, στα χρόνια που κυβερνούσε ο Περίανδρος (625 - 585 π.Χ.) ως άσμα αντιστροφικό που το 'ψελνε ο χορός. Ο διθύραμβος είχε τη δυνατότητα ν' αναπτυχθεί δραματικά. Οπως ξεκαθαρίζει ο Αριστοτέλης, από το διθύραμβο γεννήθηκε η τραγωδία. Ο Θεόφιλος στο «δρώμενο» έπαιζε τον «Μεγαλέξανδρο», δηλαδή ήταν ο «εξάρχων», ο «κορυφαίος». Ο εξάρχων έκανε την αρχή στο τραγούδι κι απαντούσε ο χορός ή ξανάλεγε την επωδό, το μέρος που ακολουθεί τη στροφή και την αντιστροφή. Η επωδός ήτανε μαγική ωδή, που ψαλλόταν ή απαγγελλόταν για να διωχτεί το κακό. Ηταν γητειά, ξόρκι. Ο κορυφαίος είχε αυτοτέλεια απέναντι στον υπόλοιπο χορό, μόνο στο διάλογο. Στο διθύραμβο, που από ένστικτο, παρουσίαζε ο Θεόφιλος στις αποκριάτικες λαϊκές θεατρικές παραστάσεις, «Διόνυσος» ήταν ο Μεγαλέξαντρος, με τις περιπέτειες και τα παθήματά του. Ο Γιάννης Τσαρούχης ζωγράφισε το Θεόφιλο ντυμένο Μεγαλέξαντρο (λάδι σε μουσαμά 2,22X1,31), που βρίσκεται στο ταλαιπωρημένο Μουσείο Τεριάντ, στη λεσβιακή Βαρειά.
Ο Θεόφιλος έκανε πραγματικά λαϊκό θέατρο, μα δε βρέθηκε κανένας από τους «βαθυστόχαστους» - κατά τους «αθυρόστομους» ή «κουραδοθεοφιλικούς» - ερευνητές να γράψει μιαν αράδα γι' αυτήn την προσφορά του στην ελληνική λαϊκή τέχνη και παράδοση.

ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ

Ο Σπύρος Παπαλουκάς (Δεσφίνα Φωκίδας, 1892–Αθήνα,3 Ιουνίου 1957) ήταν διακεκριμένος έλληνας ζωγράφος, πρόδρομος της λεγόμενης «γενιάς του '30».
 Βιογραφία

Από έφηβος, ο Παπαλουκάς έμαθε την τέχνη της αγιογραφίας κοντά σ' έναν τοπικό αγιογράφο. Το 1906 πήγε στον Πειραιά για να εξασκήσει την τέχνη του σε ένα εργαστήριο αγιογραφίας και ζωγραφικής, και το 1909 έγινε δεκτός στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, όπου είχε για δασκάλους τον Γεώργιο Ροϊλό και τον Γεώργιο Ιακωβίδη. Την περίοδο της φοίτησής του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, ζωγράφισε εικόνες για το τέμπλο του ναού του Αγίου Δημητρίου της Δεσφίνας. Από το 1916 έως το 1921, συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι στην Académie Julien και σε άλλες σχολές καλών τεχνών. Το 1921 επέστρεψε στην Ελλάδα και ακολούθησε τον Ελληνικό Στρατό στην Μικρά Ασία ως επίσημος εικονογράφος της εκστρατείας. Τα έργα του από αυτήν την περίοδο χάθηκαν στην καταστροφή της Σμύρνης το 1922. Επιστρέφοντας από την Μικρά Ασία, εγκαταστάθηκε στην Αίγινα.
Το 1923, επισκέφθηκε το Άγιο Όρος, όπου, με τον φίλο του Στρατή Δούκα, έμεινε για έναν ολόκληρο χρόνο (Nοέμβριος 1923 – Nοέμβριος 1924) ζωγραφίζοντας το τοπίο, μελετώντας την βυζαντινή ζωγραφική και κάνοντας αντίγραφα από πολλά έργα εκκλησιαστικής τέχνης. Ένα μέρος από την παραγωγή αυτή εκτέθηκε το 1924 στην Θεσσαλονίκη, σε μία διαμορφωμένη αίθουσα του καφενείου του Λευκού Πύργου. Την ίδια χρονιά, πήγε στην Λέσβο, για να δημιουργήσει μία σειρά από τοπιογραφίες. Το 1927, κέρδισε τον πανελλήνιο διαγωνισμό για την εικονογράφηση του μητροπολιτικού ναού της Ευαγγελίστριας της Άμφισσας με ομόφωνη απόφαση της κριτικής επιτροπής που την αποτελούσαν ο Αναστάσιος Ορλάνδος, ο Δημήτρης Πικιώνης, ο Αριστοτέλης Ζάχος και ο Κωνσταντίνος Παρθένης. Το 1932, ο ζωγράφος ολοκλήρωσε την εικονογράφηση του ναού παραδίδοντας στην Άμφισσα ένα μοναδικής αξίας καλλιτεχνικό έργο. Κατά την δεκαετία 1930–1940 εξέθεσε έργα του μαζί με άλλους ζωγράφους της Ομάδας «Τέχνη». Σχεδίασε επίσης σκηνικά και κουστούμια για το Εθνικό Θέατρο, και ζωγράφισε τοιχογραφίες στις προσόψεις ιδιωτικών οικιών και δημοσίων κτιρίων. Το 1940 διορίσθηκε σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων σε θέματα πολεοδομίας και χωροταξίας, καθώς και διευθυντής της Δημοτικής Πινακοθήκης της πόλης. Από το 1945 έως το 1951 δίδαξε μαθήματα σχεδίου στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Εκλέχθηκε καθηγητής του ίδιου ιδρύματος το 1956. Πέθανε στην Αθήνα το 1957, όντας αναγνωρισμένος ανάμεσα στους κορυφαίους νεοέλληνες ζωγράφους. Μετά τον θάνατό του, η Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας τον τίμησε με έκθεση των έργων του το 1976. Παρομοίως τον τίμησε και το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων το 1982. Τον [Νοέμβριο]] του 2006, η κόρη του και μοναδική κληρονόμος του, Ασημίνα (Μίνα) Παπαλουκά, δώρισε το σύνολο σχεδόν του έργου του στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β & Μ Θεοχαράκη,του οποίου ο ιδρυτής είχε υπάρξει μαθητής του Παπαλουκά την περίοδο 1957- 1962.

 Το έργο του

Ο Σπύρος Παπαλουκάς ήταν μεγάλος γνώστης των καλλιτεχνικών ρευμάτων της εποχής του, αλλά και εξίσου μεγάλος γνώστης της βυζαντινής τέχνης. Τα έργα του συνδυάζουν τον ιμπρεσιονισμό των Σεζάν, Ματίς και βαν Γκογκ με την πνευματικότητα των βυζαντινών αγιογραφιών. Η επίσκεψή του και η διαμονή του στο Άγιο Όρος είχε μεγάλη επίδραση στο έργο του, τέτοια που ο ζωγράφος συνέχισε να δουλεύει αγιορείτικα τοπία για πολλά χρόνια κατόπιν. Εκτός από αγιογραφίες και τοπιογραφίες, ο Παπαλουκάς έφτιαξε και πορτρέτα, με πλέον χαρακτηριστικό Το παιδί με τις τιράντες (1925). Η επίδραση του Παπαλουκά στους σύγχρονούς του και στους μεταγενέστερους έλληνες ζωγράφους ήταν καταλυτική, αφού με το έργο του έδειξε πως μοντέρνα τέχνη και ελληνικότητα δεν είναι έννοιες ασύμβατες.

 Ενδεικτική βιβλιογραφία

Σ. Παπαλουκάς, Θητεία στον Άθω, Αγιορείτικη Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2003. ISBN 9608733111.

 Εξωτερικές συνδέσεις

Βιογραφικό και έργα του Σ. Παπαλουκά από τον ιστοχώρο του Δήμου Δεσφίνας Παρνασσίδος.

Σπύρος Παπαλουκάς- eikastikon.gr, Έργα του Σπ. Παπαλουκά και κείμενα για αυτόν από τους Σ. Δούκα, Ν. Γ. Πεντζίκη, Μ. Καμπάνη, Χ. Χρήστου, Φ. Κόντογλου, Γ. Τσαρούχη και Δ. Πικιώνη

Η Πινακοθήκη της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών (Σύντομο βιογραφικό)

Αφιέρωμα της Εφ. Καθημερινής (.pdf)

Βιογραφικό και έργα του Σ. Παπαλουκά από την Εθνική Πινακοθήκη.

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΥΖΗΣ

Ο Νικόλαος Γύζης ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους του 19ου αι. της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου».









 Βιογραφία

Ο Νικόλαος Γύζης ήταν ένα από τα έξι παιδιά του ξυλουργού Ονούφριου Γύζη και της Μαργαρίτας Γύζη, το γένος Ψάλτη, που ζούσαν στο Σκλαβοχώρι της Τήνου. Το 1850, η οικογένειά του μετοίκησε στην Αθήνα και ο μικρός Νικόλαος άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στην Σχολή των Ωραίων Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), αρχικά ως ακροατής και, από το 1854 έως το 1864, ως κανονικός σπουδαστής.



Με το τέλος των σπουδών του, γνωρίστηκε με τον πλούσιο φιλότεχνο Νικόλαο Νάζο, με την μεσολάβηση του οποίου έλαβε υποτροφία από το Ευαγές Ίδρυμα του Ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στην Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου.



Τον Ιούνιο του 1865, ο Γύζης έφθασε στο Μόναχο, όπου συνάντησε τον συνάδελφο και φίλο του Νικηφόρο Λύτρα. Ο τελευταίος τον βοήθησε στο να εγκλιματιστεί γρήγορα στο σκληρό γερμανικό περιβάλλον. Πρώτοι του δάσκαλοί του στο Μόναχο ήταν ο Χέρμαν Άνσουτς (Hermann Anschütz) και ο Αλεξάντερ Βάγκνερ (Alexander Wagner). Τον Ιούνιο του 1868 έγινε δεκτός στο εργαστήριο του Καρλ φον Πιλότυ (Karl von Piloty).





Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Μόναχο το 1871 και τον Απρίλιο του 1872 επέστρεψε στην Αθήνα, για να μετατρέψει το πατρικό του σπίτι επί της οδού Θεμιστοκλέους σε ατελιέ. Μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα, ταξίδεψε το 1873 στην Μικρά Ασία.



Απογοητευμένος από τις συνθήκες της Ελλάδας, τον Μάιο του 1874 εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στο Μόναχο, όπου έμελλε να ζήσει για το υπόλοιπο της ζωής του. Το 1876, ταξίδεψε παρέα με τον Νικηφόρο Λύτρα στο Παρίσι. Έναν χρόνο αργότερα νυμφεύθηκε την Άρτεμη Νάζου, με την οποία απέκτησε τέσσερις κόρες — την Πηνελόπη (γεν. 1878, πέθανε μόλις δώδεκα ημερών), την Μαργαρίτα-Πηνελόπη (γεν. 1879), την Μαργαρίτα (γεν. 1881) και την Ιφιγένεια (γεν. 1890) — και έναν γιο — τον Ονούφριο-Τηλέμαχο (γεν. 1884).



Το 1880 ανακηρύχθηκε σε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και το 1888 εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής στο ίδιο ίδρυμα. Το 1881 πέθανε η μητέρα του και έναν χρόνο μετά πέθανε και ο πατέρας του. Το 1895 επισκέφθηκε για τελευταία φορά την Ελλάδα, την οποία ποτέ δεν ξέχασε και πάντα νοσταλγούσε. Προσβεβλημένος από λευχαιμία, πέθανε στο Μόναχο στις αρχές του 1901. Λέγεται ότι τα τελευταία του λόγια ήταν: «Λοιπόν ας ελπίζωμεν και ας ζητούμεν να είμεθα εύθυμοι!» Η σορός του ενταφιάστηκε στο Βόρειο Νεκροταφείο του Μονάχου.



 Το έργο του

Ο Νικόλαος Γύζης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού του ύστερου 19ου αι., του συντηρητικού εικαστικού κινήματος που είναι γνωστό ως «Σχολή του Μονάχου», τόσο σε ελληνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Συμμετείχε και βραβεύτηκε σε πάρα πολλές ελληνικές και ευρωπαϊκές εκθέσεις, από το 1870 έως το 1900. Μάλιστα, μετά τον θάνατό του, το 1901 τιμήθηκε με έκθεση έργων του στην 8η Διεθνή Καλλιτεχνική Έκθεση του Γκλασπαλάστ (Glaspalast).



Σπουδαστής στην Ακαδημία του Μονάχου, ενστερνίσθηκε όλες τις αρχές των γερμανών δασκάλων του φτιάχνοντας έργα σπάνιας επιδεξιότητας μέσα στα όρια του ιστορικού ρεαλισμού και της ηθογραφίας. Με τα έργα του — ειδικά αυτά της νεότητάς του — έλαβε τον χαρακτηρισμό «γερμανικότερος των Γερμανών» και επαινέθηκε με το παραπάνω από τους τεχνοκριτικούς και τον Τύπο της εποχής.



Δύο από τα μεγάλα «γερμανικά» του έργα — οι Ελεύθερες τέχνες και τα πνεύματα της καλλιτεχνικής βιοτεχνίας, που κοσμούσαν την οροφή Μουσείου Διακοσμητικών Τεχνών του Καϊζερσλάουτερν (1878–1880), και Ο θρίαμβος της Βαυαρίας, που κοσμούσε την αίθουσα συνεδριάσεων του Μουσείου Διακοσμητικών Τεχνών της Νυρεμβέργης (1895–1899) — καταστράφηκαν κατά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο.



Μερικά από τα έργα του, όπως Τα αρραβωνιάσματα (1875) και Το κρυφό σχολειό (1885, συλλογή Εμφιετζόγλου), βασίζονται σε προφορικούς θρύλους της εποχής της Τουρκοκρατίας, των οποίων η αντιστοιχία στην ιστορική πραγματικότητα αμφισβητείται σήμερα, χωρίς βέβαια αυτό να μειώνει την καλλιτεχνική αξία των παραπάνω έργων.





Άτομο βαθιά θρησκευόμενο, στράφηκε αργότερα προς τις αλληγορικές και τις μεταφυσικές παραστάσεις. Τα λεγόμενα «θρησκευτικά» του έργα, με πλέον χαρακτηριστικό τον πίνακα Ιδού ο Νυμφίος έρχεται (1895–1900, Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου), αντιπροσωπεύουν τα οράματα του ώριμου πλέον καλλιτέχνη και δηλώνουν απερίφραστα τις υπαρξιακές του αγωνίες. Κυρίαρχο θέμα των ώριμων έργων του ήταν ο αγώνα του εναντίον του Κακού και η τελική νίκη του Καλού. Η σημαντικότερη μορφή σ' αυτά τα έργα του είναι η γυναίκα, που άλλοτε εμφανίζεται ως Τέχνη, άλλοτε ως Μουσική, άλλοτε ως Άνοιξη, άλλοτε ως Δόξα, κ.λπ.



Νεότεροι μελετητές του έργου του διακρίνουν ότι στα λιγότερο γνωστά ύστερα έργα του, και κυρίως στα σχέδιά του με κάρβουνο και κιμωλία, ο Γύζης δίνει μια εξπρεσιονιστική τάση απελευθέρωσης από τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό.



Ο Γύζης φιλοτέχνησε επίσης αφίσες και εικονογράφησε βιβλίαΟι επιστολές του

Η ζωή και το έργο του Νικολάου Γύζη φωτίζεται επίσης από τις επιστολές που έγραφε από το 1869 και μέχρι το τέλος της ζωής του (Επιστολαί Νικολάου Γύζη, Εκδόσεις «Εκλογής», Αθήναι 1953). Ορίστε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:


Οι επιστολες του
«Σας βεβαιώ, Κύριε Νάζε, ότι δεν είμαι διόλου σπάταλος. Ζω με την μεγαλυτέραν οικονομίαν, αλλά τα έξοδα της τέχνης μου, και προ πάντων τα μοδέλα, κοστίζουν φρικτά και άνευ αυτών δεν ημπορώ να κάμω βήμα. Εις την αρχήν ήμουν εις μικροτέρας σχολάς, όπου τα μοδέλα επληρώνοντο από την Ακαδημίαν, αλλ' αφ' ότου εμβήκα εις την σχολή των συνθέσεων, τα πληρώνω ο ίδιος και διά τούτο έπεσα έξω. [...] Έγραψα και θα γράψω πάλιν προς την επιτροπήν της Ευαγγελιστρίας διά τους μισθούς μου...» -- Επιστολή προς τον Νικόλαο Νάζο, 3 Ιουνίου 1873



«Πόσον πτωχός είναι ο ζωγράφος απέναντι του ποιητού! Αν ξαναγεννηθώ θα γίνω ποιητής και μουσικός.» -- Επιστολή προς τον Νικόλαο Νάζο, 7 Απριλίου 1875



«Αν ήτο δυνατόν να ημπορούσα να ηρχόμουν εις την Ελλάδα, ίσως κατά πρώτον εις την Κεφαλληνίαν και κατόπιν εις την Τήνον, εις τα γλυκά αυτά μέρη.» -- Επιστολή προς τον αδελφό της γυναίκας του, 22 Οκτωβρίου 1900



 Εξωτερικές συνδέσεις

Τα Κοινά έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Νικόλαος ΓύζηςΟ μάγος του χρωστήρα Άρθρο της Μαρίας Μουζάκη με πολλά βιογραφικά και ανεκδοτολογικά στοιχεία· από το περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη (Απρίλιος 2002).

Ο Νικόλαος Γύζης και η «ενέργεια» του μοντερνισμού Άρθρο του Αυγουστίνου Ζενάκου· από την εφημερίδα "Το Βήμα" (16 Σεπτεμβρίου 2001).

Βασικά χαρακτηριστικά της θεματολογίας του Γύζη Τα αγαπημένα θέματα του Γύζη και ψηφιακές εικόνες από πολλά λιγότερο γνωστά έργα του.

Nikolaos Gyzis's The Secret School and an Ongoing National Discourse Άρθρο του Αντώνη Δανού για τον μύθο γύρω από Το κρυφό σχολειό του Γύζη· από το περιοδικό Nineteenth-Century Art Worldwide (2002). (Στα αγγλικά.)

Βιογραφικό & έργα του

 Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Νέλλη Μισιρλή, Γύζης, 398 σελ. Εκδ. Αδάμ, Αθήνα 1996. ISBN 960-500-008-3.

 Πινακοθήκη



Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΣ



Βιογραφία

Ο Γιώργος Γουναρόπουλος ήταν το έκτο και τελευταίο παιδί της Άννας και του Ηλία Γουναρόπουλου από την Ανατολική Ρωμυλία[2]. Το 1904, υπό την πίεση της βουλγαρικής κυβέρνησης, η οικογένειά του, όπως και πολλές άλλες οικογένειες Ελλήνων από την Ανατολική Ρωμυλία, αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Ελλάδα[3]. Η οικογένεια περιπλανήθηκε σε διάφορα μέρη: στην Αθήνα, στην Ευξεινούπολη Μαγνησίας[4], την Ξάνθη και τη Θεσσαλονίκη.Κατά το 1904[5], ο 17χρονος Γιώργος Γουναρόπουλος αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα, για να εργαστεί ως επιγραφοποιός και να βοηθήσει έτσι στην επιβίωση της οικογένειάς του. Επειδή είχε μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική, το 1907 έδωσε εξετάσεις και έγινε δεκτός στο Σχολείο Καλών Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) της Αθήνας. Εκεί σπούδασε προοπτική και σκηνογραφία με δάσκαλο τον Βικέντιο Μποκατσιάμπη, και κατόπιν ζωγραφική, με δασκάλους τον Σπυρίδωνα Βικάτο, τον Γεώργιο Ροϊλό κ.ά.[6] Η επίδραση αυτών των ακαδημαϊκών ζωγράφων της Σχολης του Μονάχου είναι εμφανής στα πρώτα έργα του καλλιτέχνη, τα οποία ο ίδιος αργότερα αποκήρυξε.Γ. Γουναρόπουλος, Εργασία, περί το 1912. Ελαιογραφία σε καμβά, 109 εκ. x 80 εκ. Συλλογή Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, Αθήνα.Από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων και μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρέτησε επανειλημμένα στον Ελληνικό Στρατό. Την περίοδο εκείνη φιλοτέχνησε προσωπογραφίες στρατιωτικών και πολεμικές σκηνές, όπως και πολλοί άλλοι ζωγράφοι της εποχής του.Μόλις αποστρατεύθηκε το 1919, έλαβε υποτροφία από τον Αβερώφειο Διαγωνισμό του Πολυτεχνείου και πήγε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του επί τέσσερα χρόνια στην Ακαδημία Ζυλιάν και κατόπιν για έναν χρόνο στην Ακαδημία της Γκραντ Σωμιέρ[6]. Το 1924 άνοιξε δικό του ατελιέ στο Παρίσι, στο 95 της οδού Βοζιράρ (Rue Vaugirard), όπου ήταν και το σπίτι του.Το 1925 συμμετείχε στην Πανελλήνια Έκθεση στο Ζάππειο, ενώ από το 1926 άρχισε να συνεργάζεται με την παριζιάνικη Galerie Vavain Raspail, για να πραγματοποιήσει εκεί τις τρεις πρώτες ατομικές του εκθέσεις. Το 1928 πραγματοποίησε ατομική έκθεση στην Galerie Jaques Bernhein στο Παρίσι. Την περίοδο αυτή διαμορφώθηκε το προσωπικό του ύφος με τις αχνές γραμμές και τα βαθυγάλανα, κίτρινα, κοκκινωπά και ιώδη χρώματα.Το 1929, πραγματοποίησε την πρώτη ατομική του έκθεση στην Ελλάδα, με 24 έργα που παρουσίασε στην Αίθουσα Τέχνης Στρατηγοπούλου στην Αθήνα. Η έκθεση είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία, αλλά δίχασε το κοινό και τους κριτικούς[7]. Οι πιο νέοι κριτικοί τον επαίνεσαν πάρα πολύ. Αντιθέτως, οι οπαδοί της Σχολής του Μονάχου, και κυρίως ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, τον κατηγόρησαν ότι αγνοούσε τους κανόνες της ζωγραφικής.Το 1931 επέστρεψε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στα Άνω Ιλίσια. Ακολούθησε ο γάμος του με την μουσικοσυνθέτρια Μαρία Πρωίου και η γέννηση του μοναχογιού τους, του Ηλία, που έγινε αργότερα αρχιτέκτονας. Μόνιμος πλέον στην Αθήνα, ο Γουναρόπουλος συνέχισε να συμμετέχει σε εκθέσεις, ενώ άρχισε να εικονογραφεί βιβλία και να φιλοτεχνεί σκηνικά για θεατρικές παραστάσεις[6]. Μεταξύ άλλων, το 1934 συμμετείχε στη Μπιενάλε της Βενετίας και το 1935 παρουσίασε έργα του μαζί με τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Τόμπρο στην «Έκθεση των Τριών» στην Λέσχη Καλλιτεχνών Ατελιέ. Το 1937 ανέλαβε να διακοσμήσει την αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου στο Δημαρχιακό Μέγαρο Αθηνών. Η εκτέλεση του έργου αυτού κράτησε σχεδόν δύο έτη· το αποτέλεσμα ήταν μια μοναδική τοιχογραφία συνολικής επιφάνειας 113 m2 με θέματα παρμένα από την ιστορία της πόλης[8].Μετά το τέλος του Πολέμου, η φήμη του Γουναρόπουλου άρχισε να απλώνεται πολύ. Το 1947, συμμετείχε σε ομαδική έκθεση στη Στοκχόλμη μαζί με πολλούς άλλους έλληνες καλλιτέχνες[6]. Την ίδια χρονιά έφυγε για τη Νέα Υόρκη. Τον επόμενο χρόνο πραγματοποίησε ατομική έκθεση στην αμερικανική μεγαλούπολη, στην γκαλερί Hugo του Αλέξανδρου Ιόλα.Γ. Γουναρόπουλος, Γυναικεία μορφή, 1931. Ελαιογραφία σε καμβά, 66 εκ. x 55 εκ. Εθνική Πινακοθήκη, Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.Με παραγγελία του βιομήχανου Απόστολου Παπαγεωργίου, το 1951, ο Γουναρόπουλος αγιογράφησε το παρεκκλήσι της Αγίας Τριάδας στο Αχιλλοπούλειο Νοσοκομείο Βόλου. Πρόκειται για έργο μοναδικό στο είδος του που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη παραδοσιακή (βυζαντινή) ή μη αγιογράφηση[9].Το 1955, συμμετείχε σε διεθνή ομαδική έκθεση στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας μαζί με άλλους γνωστούς Έλληνες ζωγράφους[6]. Το 1958, παρουσίασε έργα του στην γκαλερί Ζυγός της Αθήνας και στον διεθνή διαγωνισμό Γκουγκενχάιμ (Guggenheim) σε αίθουσα της Αμερικάνικης Υπηρεσίας Πληροφοριών, όπου και έλαβε το αντίστοιχο ελληνικό βραβείο Γκουγκενχάιμ. Ακολούθησαν ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα και πολλές συμμετοχές σε ομαδικές εκθέσεις εκτός Ελλάδας: στο Άαχεν της Γερμανίας (1959), στη Μπιενάλε του Σάο Πάολο (1959), στην Αμμόχωστο (1960), στη Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1963), στις Βρυξέλλες (1964) και στο Μπουένος Άιρες (1964).Από το 1965, ο Γουναρόπουλος άρχισε να πραγματοποιεί ατομικές εκθέσεις στην αθηναϊκή γκαλερί Άστορ, σε μια συνεργασία που διήρκεσε μέχρι τον θάνατο του καλλιτέχνη[6].Το 1975, η Εθνική Πινακοθήκη τίμησε τον Γουναρόπουλο με μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την τιμή που του έγινε, ο ζωγράφος χάρισε στην Εθνική Πινακοθήκη δεκαπέντε μεγάλους πίνακες, αντιπροσωπευτικούς της εξηντάχρονης καλλιτεχνικής του πορείας[7]. Στο απόγειο πλέον της φήμης του, παρουσίασε έργα του σε μερικές ακόμα ομαδικές εκθέσεις, καθώς και σε μία ακόμα ατομική έκθεση στη γκαλερί Άστορ (Απρίλιος 1977), πριν φύγει για πάντα από τη ζωή.Πέθανε στις 17 Αυγούστου του 1977 και κηδεύτηκε την μεθεπομένη στο Νεκροταφείο Ζωγράφου. Αν και πολύ γνωστός στο ευρύ κοινό, η κηδεία του δεν έγινε με δημόσια δαπάνη. Το 1978, ο γιος του δώρισε το σπίτι του καλλιτέχνη, όπου ήταν και εργαστήριό του, στο Δήμο Ζωγράφου για να γίνει το Μουσείο Γιώργου Γουναρόπουλου[2].

 Το έργο του

Ο Γουναρόπουλος υπήρξε μοναδικός στην τεχνοτροπία του. Η παρισινή εικαστική σκηνή των αρχών του 20ού αι. τον έκανε να απαρνηθεί την ακαδημαϊκή τεχνοτροπία, αλλά και τον ιμπρεσιονισμό και να δημιουργήσει ένα απολύτως προσωπικό ύφος, το οποίο δεν κατατάσσεται εύκολα σε κάποια κατηγορία[7].Οι πίνακές του έχουν έναν υπερβατικό χαρακτήρα: εξαϋλωμένες μορφές σχεδιασμένες με λίγες λιτές γραμμές που χάνονται μέσα σε ονειρώδη χρώματα βαθυγάλανα, κιτρινοκόκκινα έως ιώδη. Στα έργα του Γουναρόπουλου, γυναικείες μορφές, δένδρα, νεκρές φύσεις με ψάρια και όστρακα σμίγουν σε μυθώδη ποιητικά οράματα. Ακόμα και οι προσωπογραφίες του με κάρβουνο ή μολύβι έχουν χαρακτήρα φευγαλέου ονείρου.Ωστόσο, γι' αυτή την εμμονή του στα ποιητικά και συμβολικά θέματα, στη «συμπαντική ζωγραφική» όπως έλεγε ο ίδιος[10], ορισμένοι κριτικοί τον επέκριναν για «κάπως περιορισμένη ή κάπως obsédée (σικ) φαντασία»[11].Ως δημιουργός, ο Γουναρόπουλος ήταν παραγωγικότατος. Έργα του υπάρχουν στο Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου, στην Εθνική Πινακοθήκη, στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και σε πολλές άλλες δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές. Σημειώνεται ότι τα έργα του τα υπέγραφε με το ακρώνυμο G. Gounaro.



 Σημειώσεις
1.↑ Σε μερικά ιδιόχειρα σημειώματα, ως έτος γέννησης αναφέρεται το 1889, ενώ σε άλλα αναφέρεται το 1890.

2.↑ 2,0 2,1 Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου (www.gounaropoulos.gr). (Ανακτήθηκε στις 11 Μαΐου 2009.)

3.↑ [http://www.emg.gr/blacksea/FORMS/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=11170 ΙΜΕ - Doncheva Svetlana, «Σωζόπολη (Νεότεροι Χρόνοι)», 2008, Encyclopaedia of the Hellenic World, Black Sea

4.↑ Στέφανος Ψημένος, Ανεξερεύνητη Θεσσαλία και Βόρεια Στερεά Ελλάδα, Road, 2003, σελ. 194-195. ISBN 9608481007.

5.↑ Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου - Οδοιπορικό

6.↑ 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 6,5 Θέμις Βελένη, Γιώργος Γιουναρόπουλος: Χρονολόγιο. Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών ΑΠΘ (www.tf.auth.gr). (Ανακτήθηκε στις 11 Μαΐου 2009.)

7.↑ 7,0 7,1 7,2 Νεότητα Δήμου Ζωγράφου, Προσωπικότητες, Γιώργος Γουναρόπουλος (www.neotita-zografou.gr). (Ανακτήθηκε στις 7 Μαΐου 2009.)

8.↑ Η τοιχογραφία αυτή έπαθε μεγάλες ζημιές κατά τα Δεκεμβριανά, το 1944.

9.↑ Βίκυ Καραΐσκου, Το αγιογραφικό σύνολο της Αγίας Τριάδας Βόλου. Δήμος Ζωγράφου - Μουσείο Γουναρόπουλου, Αθήνα 1992. Βλ. επίσης Ο Ιερός Ναός της Αγίας Τριάδος Νοσοκομείου Βόλου και ο Γ. Γουναρόπουλος, www.agia-triada.gr (ανακτήθηκε στις 11 Μαΐου 2009).

10.↑ Απόστολος Μαγκανάρης, Η τεχνολογία σκοτώνει τη φαντασία του καλλιτέχνη, εφημ. Ελευθεροτυπία, 28 Μαΐου 1977.

11.↑ Αλέξανδρος Γ. Ξύδης, Γουναρόπουλος: Αναδρομική στην Πινακοθήκη, περιοδικό Αντί, τεύχος 23, 19 Ιουλίου 1975, σσ. 57–58.

Βιβλιογραφία

1.Ηλίας Γουναρόπουλος και Καίτη Γουναροπούλου (επιμ.), G. Gounaro. Δήμος Ζωγράφου - Μουσείο Γουναρόπουλου, Αθήνα 1980.

2.Γιώργος Μουρέλος, Γιώργος Γουναρόπουλος. Σειρά Οι έλληνες ζωγράφοι, τόμος β΄ (τεύχος 17). Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1975.

3.Ματούλα Σκαλτσά, Γουναρόπουλος. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Αθήνα 1990.