Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Δεκεμβριανά

Το άρθρο αφορά στις ταραχές του Δεκεμβρίου 1944.
Ο όρος Δεκεμβριανά αναφέρεται σε μία σειρά ένοπλων συγκρούσεων που έλαβαν χώρα στην Αθήνα το Δεκέμβριο 1944 - Ιανουάριο 1945, ανάμεσα σε δυνάμεις αριστερών οργανώσεων (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΚΚΕ) και δυνάμεις που ανήκαν στο υπόλοιπο πολιτικό φάσμα, από την σοσιαλδημοκρατία (όπως ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου ηγέτης του «Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος») έως την άκρα δεξιά. Στην σύρραξη ενεπλάκησαν και οι Βρετανοί. Αφορμή στάθηκαν οι πυροβολισμοί που ρίχθηκαν ενάντια στη διαδήλωση του ΕΑΜ στο κέντρο της Αθήνας, στις 3 Δεκεμβρίου του 1944, με αποτέλεσμα τον θάνατο 28 διαδηλωτών και τον τραυματισμό 148. Η βαθύτερη αιτία ήταν η διαμάχη ανάμεσα σε δύο δυνάμεις που διεκδικούσαν την εξουσία: Από τη μια το ΕΑΜ, το οποίο ελεγχόταν από το ΚΚΕ αλλά είχε πολύ ευρύτερη απήχηση, ιδιαίτερα στα λαϊκά στρώματα και τις τάξεις των διανοουμένων. Το φιλοσοβιετικό ΕΑΜ, που είχε καταστεί ισχυρότατος πολιτικός και στρατιωτικός μηχανισμός όντας η σημαντικότερη αντιστασιακή δύναμη στην κατεχόμενη Ελλάδα, είχε σε πολλές περιοχές της χώρας de facto την εξουσία στα χέρια του μετά το τέλος του πολέμου και ήθελε να αποτρέψει την επάνοδο του βασιλιά καθώς και την τυχόν ανασύσταση δικτατορικού καθεστώτος όπως αυτό της μεταξικής περιόδου. Από την άλλη πλευρά είχαν συνασπιστεί το σύνολο των αντικομμουνιστικών ένοπλων δυνάμεων, φιλελεύθεροι και φιλοβασιλικοί, με την υποστήριξη των Άγγλων, που ήθελαν να αποτρέψουν την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού στην Ελλάδα και ευνοούσαν την επιστροφή του βασιλιά, ο οποίος παραδοσιακά εξέφραζε την φιλοαγγλική πολιτική. Ωστόσο οι προθέσεις που καταλόγιζε κάθε πλευρά στην αντίπαλη μέσα στο κλίμα της πόλωσης απείχαν από τις πραγματικές προθέσεις

Ιστορικό

Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους γερμανούς κατακτητές, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου ανέλαβε το δύσκολο έργο της αντιμετώπισης του μεγάλου οικονομικού προβλήματος που άφησε πίσω του ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Ταυτόχρονα είχε τεθεί αφενός μεν το ζήτημα της παραδειγματικής τιμωρίας των συνεργατών του κατακτητή, αφετέρου δε η μεθόδευση του αφοπλισμού των ανταρτών.
Σκοτωμένοι της διαδήλωση του ΕΑΜ την 3η Δεκέμβρη 1944.
Οργή μπροστά στα πτώματα των διαδηλωτών του ΕΑΜ την 3η Δεκέμβρη 1944
Το σημείο που τελικά έφερε σε διχασμό την κυβέρνηση ήταν το ζήτημα του αφοπλισμού των αντάρτικων ομάδων. Πιο συγκεκριμένα, έντονες αντιδράσεις προκάλεσε το τελεσίγραφο του στρατηγού Σκόμπι (Άγγλος Διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στην Ελλάδα) στη 1η Δεκέμβρη για γενικό αφοπλισμό μέχρι τις 10 Δεκέμβρη, από τον οποίο όμως θα εξαιρούνταν η Τρίτη Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος με το σκεπτικό ότι ήταν το μόνο εν λειτουργία τμήμα του τακτικού Ελληνικού Στρατού το οποίο πολέμησε σε Βόρειο Αφρική και Ιταλία. Ως ενδεικτική του διχασμού ανάμεσα στα στελέχη της κυβέρνησης θεωρείται η παραίτηση των υπουργών του ΕΑΜ, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1944.
Επιχειρώντας να διαμαρτυρηθεί για τις εξελίξεις, το Ε.Α.Μ. διοργάνωσε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην πλατεία Συντάγματος. Η διαδήλωση είχε μεγάλη συμμετοχή, κατέληξε όμως σε λουτρό αίματος όταν χτυπήθηκε με πυροβολισμούς από το κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης, όπου ήταν ακροβολισμένοι αστυνομικοί. Κατά το ΕΑΜ, 28 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους (οι 21 στο Σύνταγμα) και 140 τραυματίστηκαν.
Την επόμενη μέρα, στις 4 Δεκεμβρίου, οργανώθηκε γενική απεργία. Διοργανώθηκε νέα πορεία από το ΕΑΜ, στην οποία κεντρικό σύνθημα ήταν «Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα». Η πορεία αυτή χτυπήθηκε ξανά με πυροβολισμούς, στους οποίους απάντησαν τμήματα του εφεδρικού ΕΛΑΣ που την συνόδευαν. Η πόλη της Αθήνας μετατράπηκε σε πεδίο μάχης, ανάμεσα σε μονάδες του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ και στις κυβερνητικές δυνάμεις, ενώ το ίδιο απόγευμα ο στρατηγός Σκόμπι κηρύσσει στρατιωτικό νόμο χωρίς να συμβουλευτεί κανένα στη κυβέρνηση. Ανάμεσα στις δυνάμεις της κυβέρνησης Παπανδρέου περιλαμβάνονταν άνδρες της χωροφυλακής, η νεοσύστατη Εθνοφυλακή, η ορεινή ταξιαρχία Ρίμινι υπό τον Θρασύβουλο Τσακαλώτο, ο Ιερός Λόχος, μαθητές της σχολής Ευελπίδων, μέλη των πρώην Ταγμάτων Ασφαλείας, ενώ υποστηρίζονταν από βρετανικές μηχανοκίνητες δυνάμεις. Συμμετείχαν επίσης μέλη αντιστασιακών και άλλων οργανώσεων όπως η ΠΕΑΝ, η Ιερή Ταξιαρχία, η ΡΑΝ, η φοιτητική ΕΣΑΣ, η Εθνική Δράση, ο ΕΔΕΣ Αθηνών, η φιλοβασιλική Χ και άλλες μικρότερες ομάδες.
Σημειώνεται ότι οι απόψεις σχετικά με τη στάση των Βρετανών κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών διίστανται. Ο συγγραφέας Γ. Μαργαρίτης στο βιβλίο του για την περίοδο του Εμφυλίου πολέμου αναφέρει ότι οι Βρετανοί μάλλον παρακολουθούσαν παρά συμμετείχαν ενεργά στις μάχες και αυτό γιατί δεν ήθελαν να έχουν απώλειες. Αυτό όμως δεν μπορεί να ισχύει για την αεροπορία δεδομένου ότι ο ΕΛΑΣ δεν διέθετε αντιαεροπορικό οπλισμό. Από την άλλη, αρκετοί θεωρούν δεδομένο ότι οι βρετανικές δυνάμεις παρενέβαιναν συστηματικά στις εξελίξεις, καθώς είχαν πολιτικές βλέψεις. Προς αυτή την κατεύθυνση αναφέρεται και η επίσκεψη του τότε βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ στην Ελλάδα, στις 24 Δεκεμβρίου 1944. Σημαντικές όμως πληροφορίες και για τη στάση των Άγγλων αντλούμε από το τηλεγράφημα του Τσώρτσιλ στο στρατηγό Σκόμπι την 5η Δεκέμβρη όπου λέει: «Είσθε υπεύθυνος για την τήρηση της τάξεως στην Αθήνα και πρέπει να εξουδετερώσετε ή να συντρίψετε όλες τις ομάδες του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, που θα πλησιάσουν προς την πόλη [...] Μη διστάζετε, πάντως, να ενεργείτε σαν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη, όπου έχει ξεσπάσει τοπική εξέγερση [...] Πρέπει να κρατήσωμεν τας Αθήνας και να επιβληθώμεν. Εάν τούτο το επιτύχετε χωρίς αιματοχυσίαν, θα είναι κατόρθωμα διά σας, αλλά και με αιματοχυσίαν θα είναι επίσης κατόρθωμα, εάν αυτή είναι απαραίτητος.»
Η στρατιωτικά παράδοξη «μάχη της Αθήνας» ήταν χαώδης και κατά βάση εξελισσόταν σε πολλές παράλληλες μάχες, σχεδόν σε όλη την περιοχή της πρωτεύουσας. Τελικά, στις 6 Ιανουαρίου του 1945 οι δυνάμεις του ΕΑΜικού μετώπου αναγκάστηκαν να εκκενώσουν τον Πειραιά και την Αθήνα. Πέντε μέρες αργότερα, στις 11 Ιανουαρίου, δόθηκε τέρμα στις μάχες, μετά από συμφωνία του Ε.Α.Μ. με το βρετανό στρατηγό Σκόμπυ. Μετά την ήττα του το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αποχώρησε από την Αθήνα, μαζί με χιλιάδες υποστηρικτές του, που κατ' άλλους - όπως κατά τον τότε νέο Ελασίτη Ριχάρδο Σωμερίτη - ήταν όμηροι. Επίσης κατά την διάρκεια των Δεκεμβριανών έδρασε η οργάνωση του ΚΚΕ ΟΠΛΑ, τα μέλη της οποίας δολοφόνησαν μεγάλο αριθμό αντιφρονούντων μεταξύ των οποίων και πολλούς Τροτσκιστές, όπως περιγράφει ο τροτσκιστής Στίνας στο βιβλίο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ . Τα γεγονότα του Δεκέμβρη του '44 στην Αθήνα θεωρούνται η δεύτερη φάση του Ελληνικού Εμφυλίου (ο «δεύτερος γύρος» κατά τη μεταπολεμική οπτική) και οδήγησαν στην τρίτη φάση («τρίτο γύρο»), που τερματίστηκε το 1949 με την (στρατιωτική) ήττα του Κ.Κ.Ε.
Στην αντικομμουνιστική ιδεολογία προστέθηκε για πρώτη φορά εκείνη την εποχή το παράδειγμα (προς αποφυγή, κατά τον βασιλέα και τους Άγγλους) της Σοβιετικής Ένωσης. Η πλήρης απαξίωση του έργου των μπολσεβίκων στην ΕΣΣΔ και η προσωπική επίθεση κατά του Στάλιν είναι σημεία τις Ιστορίας που ακόμα και σήμερα, 60 χρόνια μετά, αμφισβητούνται από πολλούς. Ήταν η πρώτη φορά που οι «σύμμαχοι» διαχώριζαν ανοιχτά την θέση τους από τους Σοβιετικούς, τον μπολσεβικισμό και τον σοσιαλισμό, γεγονός που προανήγγειλε την περίοδο του «Ψυχρού Πολέμου».

 

Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο

 
Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941 με πρωτοβουλία του ΚΚΕ ιδρύθηκε στην κατεχόμενη Αθήνα το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ). Είχε προηγηθεί η ίδρυση άλλων οργανώσεων, όπως η «Ελευθερία» στη Θεσσαλονίκη (15 Μαΐου 1941), η «Εθνική Αλληλεγγύη» στην Αθήνα (28 Μαΐου 1941), το «Πατριωτικό Μέτωπο» στα Γιάννενα (2 Ιουνίου 1941) κ.α.

 

Ιστορία

Οι κινήσεις για την ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου είχαν αρχίσει πολύ νωρίτερα από την 27 Σεπτεμβρίου. Στις πρώτες μέρες του Ιουλίου του 1941 το ΚΚΕ διοργάνωσε την 6η του Ολομέλεια. Μια από τις αποφάσεις αυτής της Ολομέλειας ήταν «...να οργανώσει τις δυνάμεις της λαϊκής εξέγερσης για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση της Ελλάδας». Η απόφαση αυτή επηρεάστηκε από την αλλαγή στάσης της ΕΣΣΔ έναντι της Γερμανίας[εκκρεμεί παραπομπή]: είχε προηγηθεί τον Ιούνιο η επίθεση της Ναζιστικής Γερμανίας στην Σοβιετική Ένωση και εκ των πραγμάτων είχε καταρρεύσει το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ.
Με βάση αυτή την απόφαση της Ολομέλειας, το ΚΚΕ εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία μεταξύ των άλλων έγραφε ότι «...καλεί τον ελληνικό λαό, όλα τα κόμματα και τις οργανώσεις του σ' ένα εθνικό μέτωπο της απελευθέρωσης». Μετά από αυτή την απόφαση, η ηγεσία του ΚΚΕ άρχισε τις επαφές με τους αρχηγούς των υπολοίπων κομμάτων. Η αρχική όμως προσπάθεια δεν έφερε καμιά θετική ανταπόκριση. Όλοι έκριναν ως μη απαραίτητη, ως και μάταιη (λόγω της στρατιωτικής δύναμης της Ναζιστικής Γερμανίας) μια τέτοια αντιστασιακή κίνηση. Η ηττοπάθεια, με κάποιες εξαιρέσεις, και η άρνηση να προχωρήσουν σε οργανωμένη αντίσταση ήταν το συναίσθημα που διακατείχε τότε τους αρχηγούς όλων των κομμάτων
Χαρακτηριστική είναι η συνάντηση που είχε ο Θανάσης Χατζής μαζί με τον δημοσιογράφο του Ριζοσπάστη Κώστα Βιδάλη (δολοφονήθηκε στη Λάρισα από τους άνδρες του αντικομμουνιστή Σούρλα), με τον αρχηγό του κόμματος των Συντηρητικών Φιλελευθέρων, Στυλιανό Γονατά, όπως αναφέρεται στο τετράτομο έργο του πρώτου «Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε»: ο Γονατάς φέρεται να τους είπε ότι «...αυτό είναι καθαρή τρέλα» και τους προειδοποίησε ότι αν προχωρήσουν στην ίδρυση αυτής της οργάνωσης, θα καλέσει τους αξιωματικούς να οργανώσουν στρατιωτικά τμήματα, κάτω από τον Τσολάκογλου, για να συντρίψουν την «ανταρσία» αυτή, όπως τη χαρακτήρισε.
Στα μέσα του Ιουλίου του 1941, το ΚΚΕ έκανε μια δεύτερη προσπάθεια επαφών. Η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος συναντήθηκε με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς και συζήτησε μαζί τους. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο, με εξαίρεση τρία κόμματα που δέχθηκαν να συμπορευτούν με την απόφαση του ΚΚΕ: το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Αγροτικό Κόμμα και η Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας. Οι αντιπροσώποι των τεσσάρων αυτών κομμάτων αποφάσισαν να προχωρήσουν στην ίδρυση του «Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου».

 Το ιδρυτικό κείμενο του ΕΑΜ

Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941 σε μια μικρή οικία, λίγο πιο πάνω από το τέρμα της οδού Ιπποκράτους, οι τέσσερις αντιπρόσωποι συναντήθηκαν μυστικά και υπέγραψαν το Ιδρυτικό της οργάνωσης. Οι υπογράψαντες το Ιδρυτικό ήταν οι:
ΟνοματεπώνυμοΠολιτικό κόμμα
Λευτέρης ΑποστόλουΚΚΕ
Χρήστος ΧωμενίδηςΣοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας
Ηλίας ΤσιριμώκοςΈνωση Λαϊκής Δημοκρατίας
Απόστολος ΒογιατζήςΑγροτικού κόμματος Ελλάδας
Όπως αναφέρεται στο Ιδρυτικό, σκοπός του ΕΑΜ ήταν «...η απελευθέρωση του Έθνους από τον ξένο ζυγό...» και «...η κατοχύρωση του κυριαρχικού δικαιώματος του ελληνικού λαού, όπως αποφανθεί περί του τρόπου της διακυβερνήσεώς του...». Στο Ιδρυτικό επίσης αναφερόταν ότι «...το ΕΑΜ θα ασχοληθεί με την διατήρηση ακμαίου του απελευθερωτικού πνεύματος του ελληνικού λαού [...] με την εξασφάλιση κατά το δυνατόν μιας συνεργασίας με τους άλλους λαούς οι οποίοι αγωνίζονται κατά των δυνάμεων του Άξονος...».
Επίσης, μέσα από το Ιδρυτικό, οι ηγέτες του ΕΑΜ δήλωναν ότι «Εις το ΕΑΜ γίνεται ισοτίμως δεκτόν παν άλλο κόμμα ή Οργάνωση που δέχεται τας αρχάς του παρόντος Ιδρυτικού, ως και να εργασθεί διά την επιτυχίαν των σκοπών του ΕΑΜ...».

 Η δράση του ΕΑΜ

Με την κυκλοφορία του Ιδρυτικού, οι αρχηγοί των κομμάτων που δεν δέχτηκαν να συμμετάσχουν στην ίδρυση του ΕΑΜ, βρέθηκαν προ τετελεσμένου γεγονότος. Υπήρξαν ποικίλες αντιδράσεις. Το ΕΑΜ προχώρησε στην πραγματοποίηση των σχεδίων του. Στις 10 Οκτωβρίου του 1941 έκανε την επίσημη εμφάνισή του με ένα Διάγγελμα-Μανιφέστο «προς τον ελληνικό λαό, προς όλους τους Έλληνες που η καρδιά τους χτυπάει για το ξεσκλάβωμα της πατρίδας...», όπως έγραφε. Καλούσε σε ξεσηκωμό, ένταξη στο ΕΑΜ και πόλεμο εναντίον του στρατού κατοχής:
«...Ο αγώνας δεν θα είναι εύκολος, μα το έπαθλό του αξίζει κάθε θυσία. Και το έπαθλο αυτό θα είναι μια Νέα Ελλάδα, ελεύθερη και ανεξάρτητη, κτήμα του λαού της...».
Πολύ σύντομα κάτω από τις τάξεις του βρίσκεται μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Ελλάδας.[εκκρεμεί παραπομπή] Το ΕΑΜ λέει ότι οι οπαδοί του υπολογίζονται σε εκατομμύρια. Σύμφωνα με τον γνωστό εκλογολόγο Νικολακόπουλο η αριστερά υπολογίζεται να έφτασε την περίοδο εκείνη το 30%. Το ΕΑΜ αποτέλεσε την μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση της κατοχής και στρατιωτικά και πολιτικά αφού εξάλλου κατόρθωσε να εξοντώσει όλες τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις πλην του ΕΔΕΣ.
Στις 28 Οκτωβρίου του 1941 με εντολή του ΕΑΜ ο λαός της Αθήνας, ο οποίος ήταν και εξαθλιωμένος από την κατοχική πείνα, βγήκε στους δρόμους για να πανηγυρίσει το έπος του ελληνικού λαού στα βουνά της Αλβανίας. Ακολούθησαν απεργίες και άλλες κινητοποιήσεις που έκαναν τους κατακτητές να καταλάβουν ότι απέναντί τους πλέον είχαν ένα ξεσηκωμένο έθνος. Ο χειμώνας του 1941 σκότωσε στους δρόμους της Αθήνας πάνω από 250 χιλιάδες ανθρώπους από την πείνα, εξαιτίας της δέσμευσης προμηθειών από τον κατοχικό στρατό. Το ΕΑΜ συνέχισε και άπλωσε τη δράση του σε όλη την Ελλάδα, προχωρώντας επίσης στον ένοπλο πλέον αγώνα με τον κλάδο του ΕΛΑΣ.
Το Μάιο του 1942 ο Άρης Βελουχιώτης μαζί με άλλους εννέα συντρόφους του έκανε την εμφάνισή του στη Δομνίστα της Ευρυτανίας και μίλησε για τον ένοπλο αγώνα που ξεκίνησε ο ΕΛΑΣ. Παράλληλα με τον ένοπλο αγώνα του ΕΛΑΣ, το ΕΑΜ ξεκίνησε την προσπάθειά του για δημιουργία κράτους (το οποίο στη μετέπειτα φρασεολογία της Αριστεράς έμεινε γνωστό ως «Ελεύθερη Ελλάδα») σε περιοχές της υπαίθρου. Λίγους μόλις μήνες μετά, μια νέα κατάσταση διαμορφώθηκε στην ελληνική ύπαιθρο. Καθιερώθηκε ένα είδος τοπικής αυτοδιοίκησης. Άρχισε η λειτουργία των σχολείων, πατάχθηκαν οι ληστείες και οι ζωοκλοπές.[εκκρεμεί παραπομπή] Λειτούργησαν επίσης και τα λαϊκά δικαστήρια, με δικαιοδοσία να επιβάλλουν και την θανατική ποινή. Μια «Νέα Ελλάδα» σχηματίστηκε πάνω στα βουνά. Το 1944 η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης διοργάνωσε εκλογές στις οποίες πήραν μέρος πάνω από 1.000.000 άτομα[2], μεταξύ αυτών και γυναίκες και νέοι άνω των 18 ετών.
Η δράση του ΕΑΜ στις απελευθερωμένες περιοχές χαρακτηρίστηκε και από συγκρούσεις με άλλες οργανώσεις, όπως η Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση, αλλά και με τον ΕΔΕΣ του στρατηγού Ζέρβα, με την αιτιολογία για τους μεν πρώτους ότι είχαν κακοποιό δράση στην περιοχή που έλεγχε ο ΕΛΑΣ, για τους μεν δεύτερους ότι η δράση τους ήταν προδοτική.

 

Η δράση του ΕΛΑΣ στην Κατοχή

 
Printer-friendly versionSend to friend
Εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη οργάνωση της Αντίστασης αλλά με αμφιλεγόμενες προθέσεις.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Καθημερινή
Οι σκληρές συνθήκες της Κατοχής είχαν οδηγήσει τους Ελληνες σε απελπισία. Εκείνη την εποχή, τα μέλη του ΚΚΕ, πολλά από τα οποία πριν από τον πόλεμο είχαν υποστεί διώξεις, ήταν εξασκημένα στον πλέον κατάλληλο τύπο πολιτικής δράσης. Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1941 πρωτοστάτησαν στην ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου. Εστιάζοντας στις καθημερινές αγωνίες του κόσμου, το ΕΑΜ γρήγορα επεκτάθηκε σε όλη την Ελλάδα. Σταδιακά πήρε μορφή ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, η στρατιωτική πτέρυγα του ΕΑΜ, που ιδρύθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1942. Παρόλο που το ΚΚΕ ασκούσε καταλυτική επίδραση στον ΕΛΑΣ, τα μέλη του απέφευγαν να κάνουν υπερβολικά ορατό τον κυρίαρχο ρόλο τους προκειμένου να διατηρηθεί η μαζικότητα του κινήματος. Με τον ΕΛΑΣ ενώθηκαν βετεράνοι του αλβανικού μετώπου αλλά και βενιζελικοί αξιωματικοί που είχαν αποστρατευτεί το 1935. Τα τυφλά αντίποινα των κατοχικών δυνάμεων σε ολόκληρα χωριά συνέτειναν στον πολλαπλασιασμό των ανταρτών. Νέοι από την ύπαιθρο οι περισσότεροι, πολεμούσαν για την πατρίδα. Από το καλοκαίρι του 1943 το αντάρτικο κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Πολιτική προπαρασκευή και πολεμικός αγώνας, του ιστορικού Ιασωνα Χανδρινου

«ΕΛΑΣ 2/39 Σύνταγμα Προς Βρετανικήν Στρατιωτικήν Αποστολήν. Επί από 18/8/43 τηλεγραφήματός σας αφορώντος επιστροφήν εκ μέρους ημών μεμισθωμένων κτηνών, παρατηρώ: ουδέν δικαίωμα έχετε εις ανάμιξην ζητημάτων καθαρώς εσωτερικής φύσεως. Τα καθήκοντα του συνδέσμου, συμφώνως προς το συμφωνητικόν δεν προβλέπουν παρεμβατισμούς τοιούτους, οι δε Ελληνες δεν είναι ούτε Ζουλού ούτε Κάφροι. Ανακαλείσθε εις περιορισμόν επί των καθηκόντων σας ως συνδέσμου, τα οποία λίαν εσκεμμένως αποφύγατε μέχρι σήμερον […] Εις περίπτωσιν μη επακριβούς συμμορφώσεώς σας, θέλω εφαρμόση αυστηρότατα τους διεθνείς κανονισμούς παραμονής αλλοδαπών εις εμπόλεμον κράτος και δη εις την ζώνην των πρόσω. 31/8/43. Κ. Αναργύρου Σ/ρχης».
Ο «Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ)» είναι μια από τις περιπτώσεις της νεοελληνικής ιστορίας για τις οποίες πρέπει να αισθανόμαστε δυστυχείς που δεν διαθέτουμε πλήρη αρχεία. Σίγουρα θα είχαμε ευκρινέστερη εικόνα γύρω από τη θέληση του ΕΛΑΣ να ασκήσει εξουσία παραμερίζοντας κάθε αντίπαλο δέος, όπως μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε και το παραπάνω «αυθάδες», ώς σήμερα αδημοσίευτο, τηλεγράφημα προς τους Βρετανούς.
Υστερα από έναν χρόνο αναγνωριστικών ενεργειών και βεβιασμένων εξεγέρσεων (Δράμα, Κιλκίς, Νιγρίτα), το ΚΚΕ κατέβαλε ορθολογικότερες προσπάθειες για αναζωπύρωση των ένοπλων εστιών αντίστασης, αυτή τη φορά συνδέοντας άμεσα το ένοπλο υποκείμενο με την ευρύτερη πολιτική ατζέντα του ΕΑΜ. Οταν τον Φεβρουάριο του 1942 ιδρύθηκε ο ΕΛΑΣ, τα πρώτα οργανωτικά βήματα αφορούσαν πολιτικές παρά στρατιωτικές προπαρασκευές: μαζική διαφώτιση γύρω από την αναγκαιότητα της ένοπλης πάλης (συζητήσεις, προκηρύξεις, προπαγάνδα) και μια μάλλον αμήχανη στρατολογία αξιωματικών με βάση την πείρα στρατολογίας του στελεχικού δυναμικού των πολιτικών οργανώσεων. Οι πρωτοπόροι επιλέχθηκαν μεταξύ των μαχητικότερων στελεχών των επαρχιακών αστικών κέντρων και οι ζυμώσεις δεν γίνονταν στα βουνά, αλλά σε παράνομα ραντεβού στην Αθήνα. Η εξέγερση θα έπρεπε να «φυτευτεί» στην ύπαιθρο χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη τεχνογνωσία ούτε πολλοί τολμηροί εθελοντές. Τέτοιος ήταν ο Αρης Βελουχιώτης, κατά κόσμον Θανάσης Κλάρας, με πλούσιο μητρώο κομματικής μαχητικότητας. Μολονότι η ομάδα του δεν διεκδικεί τη χρονική πρωτοπορία, η ενηλικίωση του ΕΛΑΣ ταυτίζεται -μάλλον δικαιολογημένα- με τη δική της διαδρομή. Η συνεισφορά του Βελουχιώτη και παράλληλα βάθρο του μύθου του, ήταν πως ανακάλυψε τις κατάλληλες φόρμουλες που θα αναβάθμιζαν τις σκόρπιες ομάδες σε μαζικό στρατό: εγκατέλειψε την επιλογή της αφάνειας με πανηγυρικές εμφανίσεις στα χωριά, εξασφαλίζοντας, πρώτον, μέσα επιβίωσης και, δεύτερον, την εμπιστοσύνη του κόσμου. Προχώρησε σε παραδειγματικές εκτελέσεις ληστών, συνεργατών του κατακτητή ή όσων μπορούσαν να εκληφθούν στις τοπικές κοινωνίες ως τέτοιοι. Τέλος, εξουδετέρωσε συστηματικά τα ελληνόφωνα εκτελεστικά όργανα του κατοχικού κράτους (Αγροφυλακή, Χωροφυλακή), ενώ, όπως έχει αποδείξει ο Γιώργος Μαργαρίτης, με το επιδεικτικό άνοιγμα των αποθηκών της αγροτικής συγκέντρωσης άσκησε ένα είδος κοινωνικής πολιτικής που προσέδιδε πόντους στον αγώνα διεκδίκησης της εξουσίας. Η αντικατοχική ενεργοποίηση του αγροτικού κόσμου ήταν βέβαια εκπεφρασμένος στόχος των εαμικών οργανώσεων και όχι ατομική έμπνευση ενός ηγήτορα. Και η ειδοποιός διαφορά στην περίπτωση Βελουχιώτη δεν βρίσκεται στις «υπερφυσικές» οργανωτικές του ικανότητες ούτε στις διαθεσιμότητες της ορεινής Ρούμελης. Βρίσκεται στην απολυτότητα με την οποία διατυπώθηκε η διάκριση εχθρών και φίλων, συνθήκη απαραίτητη στον ανταρτοπόλεμο, από τους Ισπανούς Guerilleros μέχρι τους Βιετκόνγκ. Αυτό το στοιχείο έκανε αγεφύρωτο το υφιστάμενο χάσμα ανάμεσα στην αντιστασιακή και τη δωσιλογική Ελλάδα και έβαλε το πλαίσιο ενός ολοκληρωτικού πολέμου στη λογική προάσπισης μιας justa causa χωρίς αντίστοιχη αναγνώριση ενός justus hostis.
Δρακόντειος νόμος
Επόμενο βήμα ήταν η υλοποίηση των εθνικοαπελευθερωτικών εξαγγελιών. Οι εμπλοκές με τους Ιταλούς σε Ρεκά, Κρίκελλο, Γοργοπόταμο και Μικρό Χωριό σε μια εποχή που ο κόσμος ακόμα δυσπιστούσε, φωτογράφιζαν μια εφικτή νίκη και πετύχαιναν ένα είδος συμψηφισμού ανάμεσα στις θυσίες, στις οποίες θα όφειλαν να υποβληθούν οι χωρικοί και στο αίμα των εθελοντικά στρατευμένων παιδιών τους. Ο πόλεμος γινόταν υπόθεση όλης της κοινωνίας εμπεδώνοντας μια νέα συλλογικότητα, ενώ το σύστημα ποινών, με εκτελέσεις για ηθικά παραπτώματα ή λιποταξία -όρος καθόλου παράταιρος για εθελοντικά σχήματα- ήταν ο δρακόντειος πολεμικός νόμος που ένωνε τη μοίρα ενόπλων και αόπλων. Οσοι επιμένουν σε μια ηθελημένα «πολιτική» ανάγνωση παρόμοιων πρακτικών, ας θυμηθούν ότι αντάρτες αρχηγοί υπεράνω «κομματικής» υπονοίας (π.χ. Ναπολέων Ζέρβας) δέσμευαν συχνά τους αμάχους της επικράτειάς τους με αυστηρές εντολές καθολικής επιστράτευσης.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η έννοια της «τακτικότητας». Σύμφωνα με τον κορυφαίο Γερμανό μελετητή του ανταρτοπολέμου, Carl Schmitt, «η δύναμη και η σημασία του Ανορθόδοξου καθορίζεται από τη δύναμη και τη σημασία του Συμβατικού που ο ίδιος ο αντάρτης θέτει σε αμφισβήτηση». Τις αμιγώς πολιτικές έννοιες του «συμβατικού» και του «ανορθόδοξου» είχε προφανώς υπόψη της η ηγεσία του ΕΛΑΣ, όταν το καλοκαίρι του 1943 υιοθέτησε τα πρότυπα οργάνωσης του ελληνικού στρατού, με μεραρχίες, επιτελεία, διευθύνσεις κ.ο.κ. Η απόφαση «μετατροπής» σε τακτικό στρατό κατέτεινε μάλλον στην προσέλκυση εθελοντών -και δη αξιωματικών- και εν γένει στην πολιτική νομιμοποίηση του Αντάρτικου, παρά στη στρατιωτική αναβάθμιση ή την εξύψωση της πειθαρχίας. Δρώντας σε αντίξοες συνθήκες, σε μόνιμα κατεχόμενο περιβάλλον και με ανελέητους εχθρούς, ο ΕΛΑΣ διέθετε υψηλά επίπεδα πειθαρχίας που ενισχύονταν διαρκώς από την αίσθηση ενός ιδεολογικού συνανήκειν. Η δομή του τακτικού στρατού ήταν ένα κέλυφος που δεν επηρέασε την αντάρτικη φύση και νοοτροπία. Ο ΕΛΑΣ διατήρησε ως πυρήνα μάχης τη διμοιρία ή τον λόχο και τελειοποίησε τόσο τον ανταρτοπόλεμο (Καρούτες, Γλόγοβα) ώστε ανάγκασε τους Γερμανούς να χρησιμοποιήσουν παρόμοιες τακτικές. Αντίθετα, δεν αναλάμβανε συχνά σύνθετες επιχειρήσεις που απαιτούσαν συνδυασμό πεζικού-πυροβολικού, μαζική χρήση βαρέων όπλων, αντιαρματικών, ναρκών κ.λπ. Οι κορυφαίες επιθετικές μάχες στην Αμφισσα (1/2 Ιουλίου 1944) και την Αμφιλοχία (12/13 Ιουλίου 1944) οδήγησαν σε οδυνηρές απώλειες τους Γερμανούς -αντίστοιχα 110 και 200 άνδρες νεκροί και τραυματίες- αλλά κατέδειξαν και τα όρια αντοχής σε εκ παρατάξεως μάχες.
Μαζικός εξοπλισμός
Η συχνότητα και η ένταση της πολεμικής δράσης συνδέονταν άρρηκτα με τις υλικές προϋποθέσεις. Ο ενθουσιασμός του αποθεωτικού καλοκαιριού του 1943 κυμαινόταν ανάλογα με τις συμμαχικές ρίψεις και τις ποσότητες των ιταλικών λαφύρων. Φιλόδοξες επιθέσεις μέσα σε αστικά κέντρα (Αλμυρός, 14 Αυγούστου 1943) πραγματοποιούνταν με αυτοσχέδια εκρηκτικά, χωρίς όλμους ή αρκετές επιθετικές χειροβομβίδες. Ο πονοκέφαλος του ανεπαρκούς οπλισμού γιατρεύτηκε με τη μαζική απόκτηση όπλων και πυρομαχικών μετά την ιταλική συνθηκολόγηση (Σεπτέμβριος 1943). Στη Θεσσαλία εξασφαλίστηκε το σύνολο σχεδόν του οπλισμού της 24ης Μεραρχίας Pinerolo όταν, χωρίς «κομψότητα», ο ΕΛΑΣ αφόπλισε τους οπλίτες και αξιωματικούς της μονάδας που ήθελαν να παραμείνουν ως μαχητές στα ελληνικά βουνά. Ετσι, με τίμημα τον παραμερισμό της «αντιφασιστικής αλληλεγγύης», ο ΕΛΑΣ οργάνωσε τη XVI Μεραρχία στην Ανατολική Θεσσαλία, την Ταξιαρχία Ιππικού (800 άλογα με αντίστοιχες ιπποσκευές), επανεξόπλισε το Τάγμα Μηχανικού Ολύμπου και το Τάγμα Θανάτου της ΧΙΙΙ Μεραρχίας, οργάνωσε πέντε ορειβατικές πυροβολαρχίες των 75 χιλ., αναβάθμισε τον οπλισμό στα τμήματα Θεσσαλίας και Στερεάς και μπόρεσε να εξοπλίσει την παράνομη οργάνωση της Αθήνας με 3.000 πιστόλια και άλλα τόσα τυφέκια. Οι «Μπερέτες» των 9 χιλ. έγιναν τα αγαπημένα πιστόλια των ανταρτών. Με τις πλεονάζουσες σφαίρες και την αυτοπεποίθηση των ιταλικών όπλων, έγιναν πραγματικότητα οι πρώτες νικηφόρες μάχες εναντίον της Βέρμαχτ σε Θερμοπύλες, Αράχωβα, Κερπινή Αχαΐας και Δερβενοχώρια και εξαπολύθηκε ο πόλεμος εναντίον του ΕΔΕΣ τον Οκτώβριο. Παρά την υπεροπλία του, στη διάρκεια του εμφυλιοπολεμικού φθινοπώρου του 1943, ο ΕΛΑΣ ενέπνεε περισσότερο φόβο με τον ιδεολογικό του παρά με τον υλικό του εξοπλισμό.
Ο ΕΛΑΣ δεν ήταν ένας κομματικός στρατός. Ξεκίνησε και παρέμεινε συνισταμένη μιας κοινωνικής δυναμικής που συμπύκνωσε διάφορα αιτήματα και ενσωμάτωσε πολλούς ετερογενείς παράγοντες. Εξέφρασε τη βούληση -αλλά και την αδυναμία- της Αντίστασης να καταστρέψει τις παλιές δομές και να αναδειχθεί σε πολιτική ηγεσία μιας καθημαγμένης χώρας. Οπως όλα τα αντάρτικα κινήματα, δημιούργησε έναν ισχυρό μύθο που τροφοδοτείται διαρκώς από τις αναζητήσεις γύρω από τα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας. Και για τους ιστορικούς του ελληνικού 20ού αιώνα, οι λευκές σελίδες στο βιβλίο του ΕΛΑΣ παραμένουν μια πρόκληση.
Ένας στρατός με διπλό πρόσωπο, του Σταθη Ν. Καλυβα
Απρίλιος 1943: οι ταγματάρχες Πόρτης και Μάντζιος, ο υπολοχαγός Μπουλογιάννης, ο ανθυπασπιστής Αγγελόπουλος και ο πολίτης Αθανάσιος Γίτσος εκτελούνται στη Βουχωρίνα του Βοΐου Κοζάνης. Σεπτέμβριος 1943: ο υπολοχαγός Δροσόπουλος, ο ανθυπολοχαγός Νηγιάννης και ο ανθυπασπιστής Σκαρτσίλας εκτελούνται στο χωριό Μελίσσια Αιγιαλείας. Μάρτιος 1944: επίθεση εναντίον του χωριού Αγιος Πέτρος στο Κιλκίς καταλήγει σε 75 θύματα και στην πυρπόληση 150 σπιτιών. Ιούνιος 1944: εκατοντάδες χωρικοί συλλαμβάνονται στα Τζουμέρκα της Αρτας και οδηγούνται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Μυρόφυλλο Τρικάλων. Ιούνιος 1944: μετά από μάχη, το Βαλτέτσι Αρκαδίας πυρπολείται και λεηλατείται, ενώ συλλαμβάνονται 140 χωρικοί ως όμηροι, από τους οποίους εκτελούνται αργότερα οι 48.
Στα παραδείγματα αυτά, και σε εκατοντάδες αντίστοιχα, οι θύτες ανήκαν στον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό, γνωστό ως ΕΛΑΣ, ενώ τα θύματα ήταν μέλη άλλοτε αντίπαλων αντιστασιακών οργανώσεων και άλλοτε ένοπλων ομάδων που εξοπλίστηκαν από τους Γερμανούς. Αυτά συνέβησαν στη διάρκεια της Κατοχής, φέρνοντας αντιμέτωπους Ελληνες εναντίον Ελλήνων. Συνιστούν, με άλλα λόγια, συμβάντα ενός εμφυλίου πολέμου.
Εως πρόσφατα, ο ΕΛΑΣ προσεγγίστηκε με τρόπο που θα μπορούσε να περιγραφεί ως διαζευκτικός. Θεωρήθηκε, δηλαδή, πως μπορούσε να χαρακτηριστεί είτε μόνο ως αντιστασιακή οργάνωση είτε μόνο ως παράταξη που ενεπλάκη σε εμφύλιο πόλεμο. Με τους όρους αυτούς, άλλωστε, επιχειρήθηκε η αγιοποίηση ή η δαιμονοποίησή του. Για τη νικήτρια «εθνικόφρονα» παράταξη (δηλαδή τη μεταπολεμική Δεξιά και το Κέντρο), ο ΕΛΑΣ ήταν απλώς η στρατιωτική πτέρυγα του ΚΚΕ που χρησιμοποίησε την αντίσταση ως προπέτασμα καπνού για την κατάληψη της εξουσίας. Στο αφήγημα αυτό, που κατέρρευσε το 1974, δεν είχαν καμία θέση οι αντιστασιακές του δραστηριότητες: ήταν σαν να μην υπήρξαν καν. Για την Αριστερά, από την άλλη, ο ΕΛΑΣ υπήρξε ένας γνήσιος αντιστασιακός στρατός. Η απλή αναφορά σε συμμετοχή του σε εμφύλιες διαμάχες καυτηριάστηκε ως απόπειρα μείωσής του και έτσι αποσιωπήθηκε. Κάποιοι, μάλιστα, έφθασαν στο ακραίο σημείο να θεωρήσουν την κομμουνιστική διάσταση του ΕΛΑΣ ως μάλλον τυχαίο και περιστασιακό στοιχείο: πρόκειται για τον ιδιαίτερα δημοφιλή μύθο των «καπετάνιων», γνήσιων συνεχιστών του Κολοκοτρώνη με ένα πασπάλισμα Τσε Γκεβάρα και αρχέτυπο τον Αρη Βελουχιώτη.
Τα δύο αφηγήματα είναι εξίσου έωλα. Αντίθετα απ’ ό,τι ισχυρίστηκαν οι νικητές του εμφυλίου, ο ΕΛΑΣ υπήρξε ένας πραγματικός αντιστασιακός στρατός με αξιοσημείωτη δράση στο ενεργητικό του και εκτεταμένη λαϊκή απήχηση. Και αντίθετα απ’ ότι συνεχίζει να υποστηρίζει με πάθος η μεταπολιτευτική Αριστερά (και οι ταυτισμένοι μ’ αυτήν ιστορικοί), ο ΕΛΑΣ ουδέποτε απέκτησε καθολική νομιμοποίηση καθώς ενεπλάκη σε έναν αδυσώπητο εμφύλιο πόλεμο με στόχο τη μεταπολεμική επικράτηση και βασικό του όπλο την ολοκληρωτική εξόντωση των αντιπάλων του. Στο πλαίσιο, μάλιστα, του αφηγήματος αυτού, επιχειρείται συνήθως η χυδαία ταύτιση όλων των αντίπαλων του ΕΛΑΣ με τον δωσιλογισμό, πράγμα που επιτρέπει τη βολική εξίσωση Αντίστασης και ΕΛΑΣ. Για τον ίδιο λόγο, καταπολεμείται κάθε προσπάθεια να εξεταστούν ιστορικά τα πολιτικά κίνητρα των χιλιάδων εξοπλισμένων από τους Γερμανούς.
Ο ΕΛΑΣ ήταν ένας κομμουνιστικός στρατός γιατί βρισκόταν υπό τον πλήρη έλεγχο του ΚΚΕ, παρότι απέφευγε να προβάλλει προς τα έξω την ιδεολογία του κόμματος και παρότι οι περισσότεροι μαχητές του δεν είχαν ιδέα περί κομμουνισμού. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως οι πλέον πολύνεκρες μάχες της περιόδου (και με μεγάλη διαφορά) έγιναν μεταξύ Ελλήνων και πως από πολύ νωρίς το βασικό διακύβευμα όλων των πολιτικών παρατάξεων ήταν ο πολιτικός έλεγχος της χώρας. Ο εμφύλιος αυτός κορυφώθηκε με τη σύγκρουση του Δεκεμβρίου 1944 και υπήρξε, από πολλές πλευρές, περισσότερο βάρβαρος σε σύγκριση με τον εμφύλιο του 1946-49.
Η απομάκρυνση από απλουστευτικά, διαζευκτικά σχήματα και η αναγνώριση της διττής υπόστασης του ΕΛΑΣ αποτελεί, επομένως, απαραίτητη αφετηρία για τη διερεύνηση της ταραγμένης αυτής εποχής που έχει πολλές πτυχές να μας αποκαλύψει ακόμα.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Yale.
 

Άρης Βελουχιώτης

O Άρης Βελουχιώτης (Λαμία, 27 Αυγούστου 1905 - Μεσούντα Αχελώου, 16 Ιουνίου 1945) (πραγματικό όνομα Θανάσης Κλάρας) ήταν ηγετικό στέλεχος («καπετάνιος») του ΕΛΑΣ και του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας.
Γεννήθηκε στη Λαμία και νέος ακόμη εντάχθηκε στo ΚΚΕ. Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο πολέμησε ως λοχίας πυροβολικού. Τον Ιανουάριο του 1942, κατόπιν έγκρισης του ΚΚΕ, προωθήθηκε στο βουνό για τη συγκρότηση αντάρτικων ομάδων. Υπήρξε ηγέτης του ΕΛΑΣ (του αντάρτικου σώματος του ΕΑΜ) κατά τον απελευθερωτικό αγώνα της Ελλάδας από τους Γερμανούς κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τις απαρχές του Εμφύλιου που ακολούθησε ανάμεσα στούς αριστερους αντιστασιακούς και τους δεξιους και βασιλοφρονες.
Σημαντικό μέλος του ΚΚΕ, ήλθε σε ρήξη μαζί του εξαιτίας της άρνησής του να παραδώσει τα όπλα μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας για να συνεχίσει τον πόλεμο. Ο Βελουχιώτης και ύστερα από την σύναψη της συμφωνίας της Βάρκιζας συνέχισε την δράση του. Η δράση αυτή, η οποία έδινε βάση για κτύπημα εναντίον του ΚΚΕ, επειδή παραβίαζε τη συμφωνία της Βάρκιζας, δεν επέτρεπε καμία καθυστέρηση για την ανοιχτή καταγγελία του Άρη Βελουχιώτη. Η στάση του αυτή τελικά τον οδήγησε στον θάνατο. Οι διαφορετικές απόψεις για το πρόσωπό του μέσα στην τότε ελληνική αριστερά, η απόφασή του να μην παραδώσει τα όπλα, ο επεισοδιακός του θάνατος αλλά και η εμφυλιοπολεμική του δράση και η σκληρότητα με την οποία αντιμετώπισε τους Έλληνες αντιπάλους του τον έκαναν μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της εποχής του.

 Ιστορία

O Άρης Βελουχιώτης ήταν ηγετική μορφή της Εθνικής Αντίστασης κατά την περίοδο της γερμανοϊταλικής κατοχής της Ελλάδας, ιδρυτής του ΕΛΑΣ και στέλεχος του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα, από τους πιο επίμονους υπέρμαχους για τον αντιστασιακό αγώνα και την ελευθερη διενεργεια δημοψηφισματος μετα την απελευθερωση που θα αποφασιζε για την επιστροφη του βασιλια και τον τυπο του πολιτευματος. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Κλάρας και το αντικατέστησε με το ψευδώνυμο Βελουχιώτης από τον Νοέμβριο του 1941 όταν, ως στέλεχος του ΕΑΜ προετοίμαζε τον ένοπλο αγώνα στη Ρούμελη εναντίον των Γερμανών και Ιταλών κατακτητών. Σπούδασε στην Αβερώφειο Γεωργική Σχολή της Λάρισας από το 1924 οπότε εντάχθηκε στην κομμουνιστική νεολαία και αφοσιώθηκε στον αγώνα για τη διάδοση των αρχών του κομμουνισμού.
Φυλακίστηκε και εξορίστηκε πολλές φορές ως το 1940 και κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου πολέμησε στο μέτωπο, αφού προηγουμένως είχε υπογράψει δήλωση με την οποία αποκήρυσσε τις ιδέες του. Μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, άρχισε την παράνομη αντιστασιακή δράση του και τον Φεβρουάριο του 1942 είχε συγκροτήσει ένοπλη ομάδα από 15 άνδρες και άρχισε τον αγώνα από το χωριό Δομνίστα της Ευρυτανίας. Με την αύξηση της δύναμης του ΕΛΑΣ ο Βελουχιώτης ανέλαβε ηγετική θέση και η φήμη του εδραιώθηκε μετά την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου τη νύχτα 25-26 Νοεμβρίου 1942, που πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία ανταρτικών ομάδων του ΕΛΑΣ υπό τον Βελουχιώτη, του ΕΔΕΣ υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα και Άγγλων αξιωματικών.
Ακολούθησε τον Δεκέμβριο του 1942 η επιτυχία του κατά τη σύγκρουση του με Ιταλικό σύνταγμα στο Μικρό χωριό Ευρυτανίας και σειρά άλλων επιχειρήσεων. Μετά την επιτυχία που είχε η συνεργασία των ανταρτικών ομάδων στην ανατίναξη του Γοργοπόταμου, καταβλήθηκε προσπάθεια για τη εδραίωση της συνεργασίας των αντιστασιακών οργανώσεων και ομάδων. Οι προσπάθειες αυτές δεν καρποφόρησαν και η αποτυχία επισφραγίστηκε ύστερα από μια άκαρπη συνάντηση του Βελουχιώτη με τον Ζέρβα και τον υπαρχηγό της Βρετανικής Αποστολής Κρις Γούντχαουζ στη Ροβελίστα της Ηπείρου (Δεκέμβριος του 1942). Η αποτυχία αυτή είχε ως επακόλουθο την ένταση μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων και αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτικών ομάδων, κορύφωμα των οποίων ήταν η δολοφονία του συνταγματάρχη της ΕΚΚΑ Δημήτριου Ψαρού από στέλεχος του ΕΛΑΣ παρά τη ρητή αντίθετη διαταγή του Βελουχιώτη (γενικά παραμένει άγνωστο το αν υπήρχαν οδηγίες ή ήταν εν βρασμό ψυχής η δολοφονία). Για το έγκλημα αυτό θεωρήθηκε από πολλούς υπεύθυνος ο Βελουχιώτης αν και είναι βέβαιο ότι ο ίδιος προσωπικά δεν ήταν παρών στη δολοφονία. Από τη Ρούμελη ο Βελουχιώτης στάλθηκε στην Πελοπόννησο και πολέμησε επικεφαλής του ΕΛΑΣ της περιοχής εναντίον των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας που αποτελούσαν τις δυνάμεις ασφαλείας των κατοχικών κυβερνήσεων. Ιδιαίτερα αιματηρές για τα Τάγματα Ασφάλειας ήταν οι συγκρούσεις που έγιναν σε πολλές πόλεις της Πελοποννήσου μετά τον Σεπτέμβριο του 1944 όταν άρχισαν να αποχωρούν οι Γερμανοί.
Στο τέλος Σεπτεμβρίου 1944, ο Βελουχιώτης, με τη μεσολάβηση του υπουργού της εξόριστης κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας Παναγιώτη Κανελλόπουλου, δέχθηκε να αναστείλει τη λειτουργία των έκτακτων στρατοδικείων του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο και έφυγε για τη Ρούμελη τον επόμενο μήνα, τις μέρες της αποχώρησης των Γερμανών από την Ελλάδα. Τον Νοέμβριο του 1944 σε σύσκεψη καπετάνιων του ΕΛΑΣ πρότεινε να ετοιμαστεί ο ΕΛΑΣ για την αναμενόμενη σύγκρουση με τους Άγγλους:
«Αν ζήσει κανένας σας να θυμάται τα λόγια αυτά. Οι Εγγλέζοι θα σας σφάξουν όλους σαν αρνιά, εγώ στα χέρια τους δε θα πέσω, γιατί τα βουνά με ξέρουν. Με την πέτρα προσκέφαλο, την ψείρα συντροφιά, την κάπα σκέπασμα δε θα με ιδούνε ζωντανό στα χέρια τους. Αυτό θέλω να το θυμάστε αν κανένας σας ζήσει.»
Αντικρούστηκε όμως από τον καπετάνιο της Ομάδας Μεραρχιών της Μακεδονίας Μάρκο Βαφειάδη και τελικά ο Βελουχιώτης δεν έλαβε μέρος στα Δεκεμβριανά. Ο Βελουχιώτης, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουάριου 1945) υπέγραψε με τον στρατιωτικό αρχηγό του ΕΛΑΣ Στέφανο Σαράφη την αποστράτευση των ανταρτικών ομάδων κατηγόρησε όμως με δριμύτητα την πολιτική ηγεσία του ΕΑΜ για την εσφαλμένη τακτική της που, κατά την άποψη του, οδηγούσε στην εγκαθίδρυση των Άγγλων στην Ελλάδα και στη δίωξη των αγωνιστών του ΕΑΜ. Έτσι στο Γαρδίκι παρά την αρχική αποδοχή της Συμφωνίας της Βάρκιζας διακήρυξε την ανάγκη να συνεχιστεί ο αγώνας εναντίον του νέου ζυγού, η ενέργειά του όμως αυτή προκάλεσε την αντίδραση όχι μόνο της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και της ηγεσίας του ΚΚΕ που τον αποκήρυξε.
Στις 16 Ιουνίου 1945 ο Βελουχιώτης είχε κυκλωθεί στη Μεσούντα του Αχελώου από ομάδες της Εθνοφυλακής που είχαν σταλεί για να τον συλλάβουν και την ημέρα εκείνη προτίμησε να τερματίσει τη ζωή του. Την ίδια ημέρα, η εφημερίδα Ριζοσπάστης δημοσίευσε την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για τη διαγραφή του Βελουχιώτη από το κόμμα. Οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου του δεν είναι γνωστές. Η Εθνοφυλακή αποκεφάλισε το πτώμα του και κρέμασε το κεφάλι του στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων την επόμενη ημέρα.
Το όνομα του Βελουχιώτη έγινε συνώνυμο με τη δράση του ΕΛΑΣ και οι απόψεις οι κρίσεις για τη δράση του υπήρξαν ποικίλες και συχνά αντιφατικές. Πολλά επίσης υπήρξαν τα δημοσιεύματα για τον Βελουχιώτη, εκτός από την αναφορά σε γενικά έργα.

 

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Αγλαΐα Παπά


Αυτοπροσωπογραφία της Αγλαΐας Παπά
Η ζωγράφος Αγλαΐα Παπά γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1903.
Τα πρώτα της μαθήματα τα πήρε στη γενέτειρά της από τον Μάρκο Ζαβιτσιάνο
 και τον Κωνσταντίνο Παρθένη, του οποίου υπήρξε μαθήτρια κι έπειτα,
στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, καθώς και στο εργαστήρι του,
 μέχρι το 1931, που έλαβε το δίπλωμά της.
Αργότερα, στην Ιταλία, μαθήτεψε στο ατελιέ του Άρτζιο Ορέλ
 και το 1937 φοίτησε στην Ακαδημία Μπρέρα του Μιλάνου
 με τον Μπενβενούτο Ντισέρτορι.
Συχνά ταξίδευε στο εξωτερικό για καλλιτεχνική ενημέρωση και για μελέτη
 στις πινακοθήκες, κυρίως, του Μονάχου, της Ρώμης, της Βιέννης
 και του Παρισιού.
Με την τεχνική της μονοτυπίας η Παπά ασχολήθηκε ιδιαίτερα με λαμπρά αποτελέσματα.
 Εξάλλου, η πλάγια εκείνη ανάλαφρη λυρική πινελιά της, εμφανέστερη στις έξοχες
 προσωπογραφίες της, διαμόρφωσε την αισθητική της εκφραστική.
Για μεγάλα χρονικά διαστήματα δίδαξε ζωγραφική στην επαγγελματική Σχολή
του Αμαλιείου Ορφανοτροφείου, που είχε ιδρύσει ο Κωνσταντίνος Παρθένης.
Πρωτοπαρουσίασε έργα της το 1935. Κατόπιν εξέθεσε το 1950, το 1955,
 το 1966 το 1972 και το 1980, στην αναδρομική της, που οργάνωσε
η Εθνική Πινακοθήκη. Από το 1938 συμμετέχει σε όλες τις Πανελλήνιες.
Σε ομαδικές εκθέσεις του εξωτερικού πήρε πολλές φορές μέρος, όπως στη
 Μπιενάλε της Βενετίας το 1934 και το 1936, στην Διεθνή του Παρισιού το 1937,
που της απονεμήθηκε το αργυρό μετάλλιο, στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας
 το 1957 κι ακόμα, στην Πράγα, τη Στοκχόλμη, τη Μόσχα, τη Νέα Υόρκη,
την Τεργέστη, το Λονδίνο, το Ζάγκρεμπ, το Κάϊρο, το Σαντιάγκο κ.α.
Η Αγλαΐα Παπά πέθανε σε μια κλινική του Πειραιά στις 12 Ιουνίου το 1984.

EM. ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Βιογραφικά στοιχεία

Ο θρυλικός βυζαντινός ζωγράφος Πανσέληνος είναι ο κύριος εκπρόσωπος
της λεγόμενης Μακεδονικής Σχολής . Φέρεται ότι γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη
 πιθανόν τον 14ο ή 16ο αι. Ωστόσο από κάποιους, αμφισβητείται ακόμα και η ύπαρξη του,
 καθώς υποθέτουν, ότι οι συγκεκριμένες τοιχογραφίες είναι έργα κάποιου
 εργαστηρίου ζωγραφικής. Το βέβαιο είναι, ότι διεσώθη μέχρι τις μέρες μας μια σειρά έργων,
των οποίων ο δημιουργός είναι μια καλλιτεχνική μορφή μεγάλης δύναμης.
 Η πιο ενδιαφέρουσα ίσως, μετά από τους τεχνίτες των περίφημων ψηφιδωτών της
 προ της άλωσης βυζαντινής τέχνης. Όμως οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου είναι έργα του Πανσέληνου, όχι μόνο επειδή σε αυτόν τις αποδίδουν οι παραδόσεις του Αγίου Όρους
 ως αυθεντικά του έργα. Αυτό αληθεύει κυρίως, γιατί η ομοιογένεια στο ύφος
 και η συνοχή που χαρακτηρίζουν τις συνθέσεις αυτές, δε θα μπορούσαν παρά να είναι
 η έκφραση του ίδιου δημιουργικού πνεύματος. Ενός μόνο καλλιτέχνη
 και των βοηθών του (Σχολή Πανσέληνου).

Ο Ιερομόναχος και αγιογράφος Διονύσιος εκ Φουρνά των Αγράφων
της Ευρυτανίας ( 1670-1744) στην ''Ερμηνεία της Βυζαντινής Ζωγραφικής Τέχνης''
 αναφέρεται στον Πανσέληνο με άκρατο ενθουσιασμό χαρακτηρίζοντας τον μάλιστα σαν τον μεγαλύτερο των ζωγράφων, αρχαίων και νεώτερων και παρομοιάζοντας τον με την ''πασιφαή Σελήνην''. Ο συγγραφέας της Ερμηνείας σε διάφορα μέρη του Βιβλίου παραπέμπει
 τον αναγνώστη να μελετά τα έργα του μεγάλου διδασκάλου του Όρους Μ. Πανσέληνου.
Επειδή όμως στην Ερμηνεία του ο Διονύσιος αναφέρει τον Πανσέληνο ως αντίπαλο
 του Θεοφάνου του Κρητός, ο οποίος ήκμασε τον 16ο αι., ( 1490-1550 περ.), εξαιτίας αυτού,
πολλοί συμπέραναν εσφαλμένα, ότι και οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου είναι έργα του 16ου αι.
 Η συγχρονικότητα όμως των δυο ζωγράφων είναι απίθανη. Η αναφορά του Διονυσίου
 είναι μάλλον εμφατική και θέλει να εκφράσει τον διαχρονικό ανταγωνισμό,
σε επίπεδο καλλιτεχνικής αξίας, ανάμεσα σε δυο μεγάλους καλλιτέχνες που θαύμαζε
και οι οποίοι έζησαν πριν από αυτόν. Σε αυτήν μάλιστα την αναφορά αφήνει να διαφανεί η υποκειμενική του προτίμηση προς την τέχνη του Πανσέληνου.

Παρ’ όλες τις εικασίες, μια προσεκτική παρατήρηση του ύφους των τοιχογραφιών και των χαρακτηριστικών της τέχνης τους είναι δυνατό να τις ανάγουν σε έργα του 14ου αι.
 Οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου είναι αποδεδειγμένα οι αρχαιότερες και καλλιτεχνικότερες
του Αγίου Όρους και είναι βέβαιο, ότι ανάγονται στην Α΄ περίοδο της Βυζαντινής Τέχνης ,
 που διήρκεσε από τον 7ο αι. μέχρι την άλωση. Σύμφωνα με τον Γεώργιο Σωτηρίου ''
 Οι τοιχογραφίες αυτές ζωογονημένες από το ατομικό του καλλιτέχνη αίσθημα, έχουν
 μεγάλη δεξιότητα εις την εκτέλεσιν, συνδυάζουν έντονη φυσικότητα ( την οποία δεν είχε
 μέχρι της εποχής εκείνης η Βυζαντινή τέχνη) μετά ευρείας διακοσμητικότητας, αποτελούν
 δε τα μνημεία αυτά άριστα δείγματα της σχολής εκείνης της βυζαντινής τέχνης του 14ου αι.,
 η οποία εζωογονήθη από την πλέον ισχυρά - την όλως ανεξάρτητον της ιταλικής - πνοήν της ελληνικής αναγέννησης.(4) '' Επίσης ο David Talbot Rice στο βιβλίο του '' Η Βυζαντινή Τέχνη'' αναφερόμενος στον ''Ιερό Νιπτήρα'' του Πρωτάτου τον χρονολογεί στα 1300. Το ίδιο και
 ο Ι.Μ.Χατζηφώτης στο βιβλίο του '' Οι Θησαυροί του Αγίου Όρους''. Η χρονολόγηση,
 λοιπόν, των τοιχογραφιών στον 14ο αι. και μάλιστα ανάμεσα στα χρόνια 1290-1320,
 τοποθετεί χρονικά τον Πανσέληνο, πριν την άλωση, στα τέλη του 13ου - 14ο αι.,
άποψη που δέχονται πλέον οι περισσότεροι ερευνητές.

Αναφορά στο έργο του Πανσέληνου

Ο Φώτης Κόντογλου αναφέρει σχετικά με το έργο του: ''Η τραγική τέχνη του Πανσέληνου
 έχει αναλογία με τις τεταραγμένες παραστάσεις του Μιχαήλ Αγγέλου. Δεινός εκτελεστής
της εφ΄ υγρού ζωγραφικής συγκεντρώνει εις ύψιστον βαθμόν τα χαρίσματα του τοιχογράφου,
δηλαδή την μνημειώδη ευρύτητα των σχημάτων, την αίσθησιν των επιφανειών, την περί την κατάτμησην του χώρου σοφία, τα αδρά περιγράμματα και την πλήρη υποταγή των
 λεπτομερειών εις τας μεγάλας γραμμάς του έργου.Το χρώμα του είναι τεφρώδες
 και εις άκρον λιτόν, μετ΄ ελαφρών υποπράσινων φωτοσκιάσεων, σε αντίθεση προς τους
ζωγράφους της Κρητικής σχολής που αγαπούν τις βίαιους και μεταλλικούς σκιοφωτισμούς.
Ο Πανσέληνος αναδεικνύεται ακαταγώνιστος και εις τας συνθέσεις και εις την αναπαράστασιν μεμονωμένων μορφών. Παρ΄ όλη την πειθαρχία του έργου του εις τον ρυθμό της παράδοσης
 μια βαθειά πνοή ωμού πραγματισμού σφραγίζει τις τοιχογραφίες του…
Ουδείς βυζαντινός ζωγράφος υπήρξε τόσο υποκειμενικός, τόσο δημιουργικός,
όσο ο Πανσέληνος. Ουδενός δε το έργο φανερώνει τόσο συνειδητές επιδιώξεις που έχουν
αναλογία προς τας σημερινάς κατευθύνσεις της τέχνης.''

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
Αγία Γραφή, Άγιες Γραφές, Θεία Γραφή,
 Γραφή, Γραφές, Ιερά Γράμματα ή Βίβλος, χαρακτηρίζεται το σύνολο ή « βιβλιοθήκη »
κειμένων θρησκευτικού χαρακτήρα . Με τον όρο αυτό βασικά περιγράφεται η Εβραϊκή Βίβλος του ΙουδαϊσμούΠαλαιάς Διαθήκης, που αναφέρεται στη πρό Χριστού περίοδο , και της Καινής Διαθήκης,
που αναφέρεται στην παρουσία του Χριστού , τη διδασκαλία του και στις επιστολές και Πράξεις των Αποστόλων , του Χριστιανισμού. αλλά και ο συνδυασμός αυτής , δηλαδή της
Το σύνολο των βιβλίων που συγκροτεί τον « χριστιανικό κανόνα " της Παλαιάς Διαθήκης
( 1ο μέρος της Αγίας Γραφής)
και Καινής Διαθήκης
( 2ο μέρος της Αγίας Γραφής) ,
προέκυψε από την ανάγκη να καθοριστούν
τα βιβλία εκείνα που εκφράζουν αυθεντικά την πίστη της Εκκλησίας , ώστε να αποκλειστούν μεταγενέστερα ψευδεπίγραφα έργα ,
που περιείχαν μη αποδεκτές ή και αιρετικές διδασκαλίες .
Αυτά Όλα Παρ ' όμως , οι διάφορες τοπικές Εκκλησίες , ενώ δέχθηκαν όλες
την Καινή Διαθήκη , περίπου στο σύνολό της , ακολούθησαν διαφορετικές
πρακτικές στην αναγνώριση των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης , με αποτέλεσμα
να μην υπάρξει ένας ενιαίος κανόνας ολόκληρης της χριστιανικής Εκκλησίας .
Το μεγάλο σχίσμα μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και αργότερα
η Μεταρρύθμιση συνέβαλαν στο να παγιωθούν οι διαφορετικές παραδόσεις στο θέμα
του κανόνα , με αποτέλεσμα οι τρεις μεγάλες Ομολογίες να δέχονται σήμερα διαφορετικό
αριθμό βιβλίων , διαφορετικό Κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης .Η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται συνολικά 76 βιβλία . Δηλαδή 27 της Καινής Διαθήκης ,τα οποία και είναι : τα ευαγγέλια των 4 ευαγγελιστών , οι Πράξεις των Αποστόλων ,21 Αποστολικές επιστολές και η Αποκάλυψη , και 39 βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης ή της ιουδαϊκής Βίβλου τα οποία χαρακτηρίζει ως " κανονικά " και που τιτλοφορούνται σύμφωναμε τη μετάφραση των Εβδομήκοντα, καθώς και 10 ( ή 11) βιβλία ακόμη , τα λεγόμενα " αναγινωσκόμενα " ή " δευτεροκανονικά " 

Ο Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ ( 22/09/1896 - 07/11/1993 ) ήταν Ρώσος Ορθόδοξος Ιερομόναχος που ξεκίνησε
τη μοναχική του ζωή στο
 Άγιο Όρος,στη Ρωσική
Μονή του Αγίου Παντελεήμονος
και θεωρείται
από την ορθόδοξη παράδοση ως
ένας από τους χαρισματικότερους
μοναχούς του 20ου αιώνα .
Γεννήθηκε στη Μόσχα και ήταν
μέλος 9μελούς οικογένειας .
Το κοσμικό όνομά του ήταν Σέργιος ,
ενώ έδειχνε από μικρός ιδιαίτερη
θεολογική κλίση . Στην αρχή
ασχολήθηκε με την ζωγραφική,
ενώ ασχολήθηκε και με τον Βουδισμό
και τον Ινδουισμό.
Όταν απογοητεύτηκε από τη φιλοσοφία των Ανατολικών θρησκειών ,
στράφηκε προς το Χριστιανισμό
και πιο συγκεκριμένα την Ορθοδοξία.
Σε ηλικία 25 ετών μετακινήθηκε στη Γαλλία, προσπαθώντας να βρει
εργασία ως ζωγράφος . Στη Γαλλία κατάφερε να γίνει δεκτός στους καλλιτεχνικούς κύκλους , όμως τελικά στράφηκε προς το χριστιανισμό
με περισσότερο ζήλο αφού ούτε αυτό τον γέμιζε όπως ο ίδιος αργότερα ομολόγησε και έτσι στράφηκε σε ηλικία 29 ετών στη θεολογία,
εισαγόμενος στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο στο Παρίσι.
Με το πέρας των σπουδών έλαβε την απόφαση να μονάσει .
Έτσι εγκαταστάθηκε στη Ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος
στο Άγιο Όρος, το 1925. 4 έτη αργότερα γνώρισε τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη, ο οποίος έγινε ο πνευματικός καθοδηγητής του . Στη συνέχεια αναχώρησε για τα Καρούλια του Αγίου Όρους το 1938,
που ασκήτεψε αυστηρά . Το 1948 έφυγε από το Άγιο Όρος ώστε
να χειρουργηθεί στη Γαλλία ενώ εξέδωσε σε βιβλίο το βίο
του Αγίου Σιλουανού , που εν τω πέθανε μεταξύ . Στη συνεχεία εξέδωσε
και άλλα βιβλία το «Περί προσευχής» , το «Άσκηση και Θεωρία» και
«Η ζωή Του ζωή μου» . Την ίδια εποχή επισκέφτηκε και τη Μόσχα μετά από πολλά χρόνια και έκτοτε είχε πιο στενούς δεσμούς με την πόλη .
Το 1963 εγκατέλειψε το Άγιο Όρος και ίδρυσε μια χριστιανική αδελφότητα, χτίζοντας παράλληλα και ένα μοναστήρι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο στο Έσσεξ.
Εκεί έμεινε μέχρι που πέθανε το 1993 σε ηλικία 97 ετών .